Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015
Τα έργα του «παλαιού» και «καινού¨ανθρώπου.(Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού)
Από το βιβλίο «Άσκηση» του Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού
Όταν αναφέρονται οι θεόσοφοι Πατέρες μας στον «παρά φύσιν νόμον» φανερώνουν την περιεκτική διαστροφή που προκάλεσε η πτώση και η συνεχής αποστασία του ανθρώπου. Η απέραντη όμως ευσπλαχνία του Κυρίου μας, με τη σάρκωση του και όλη την παρουσία του ανάμεσά μας, θεράπευσε το δικό μας τραύμα και μας επανέφερε στην ισορροπία.
Με την παράβαση και παρακοή του θείου θελήματος προβάλλαμε το δικό μας θέλημα που γέννησε το θάνατο. Η απαλλαγή μας από αυτήν την ποινή είναι η άρνηση και εγκατάλειψη του θανατηφόρου δικού μας θελήματος και η εξυγίανση της στάσης του ανθρώπου με την επιστροφή στο «κατά φύσιν» .
Με την επιμονή στο θέλημά του ο άνθρωπος, μετέστρεψε τις φυσικές δυνάμεις του νου στο «παρά φύσιν». Τότε επικρατεί το παράλογο. Να αναφέρουμε μερικά παραδείγματα.
Φυσική δύναμη του νου είναι η υγιής ε π ι θ υ μ ί α. Αυτή όταν ο νους λειτουργεί «κατά φύσιν» δημιουργεί τον πόθο προς το Θεό, την αγάπη και γενικά κάθε θεοφιλή και ευγενική έφεση. Μετάλλαξε ο εχθρός αυτήν τη δύναμη και την έκανε αισχρή και πονηρή επιθυμία και ο άνθρωπος προτιμά κάθε ακαθαρσία και ρυπαρότητα.
Φυσική δύναμη του νου ο ζ ή λ ο ς. Χωρίς ζήλο για το Θεό δεν γίνεται προκοπή. «Ζηλοῦτε δέ τά χαρίσματα τά κρείττονα» (Α’ Κορ. Ιβ’ 31) παρακινεί ο Παύλος. Μεταμόρφωσε και εδώ ο εχθρός τον υγιή ζήλο προς το Θεό και την αρετή στο «παρά φύσιν» και μας έκανε να φθονούμε, να ζηλεύουμε και να μνησικακούμε μεταξύ μας.
Φυσική δύναμη του νου η ο ρ γ ή και η ο ρ μ ή. Χωρίς αυτές δεν επιτυγχάνεται η αγνότητα. Θα οργισθεί ο άνθρωπος εναντίον του εχθρού που σπέρνει την πονηριά του. Από τη δική μας αμέλεια μετατράπηκε και αυτή η φυσική δύναμη στο «παρά φύσιν». Η οργή μας στράφηκε κατά του πλησίον και δημιούργησε τόσα βλαβερά και ανωφελή.
Φυσική δύναμη του νου το μ ί σ ο ς. Χωρίς μίσος κατά της ποικιλόμορφης κακίας, δεν αποκαλύπτεται τιμή στην ψυχή και δεν ολοκληρώνεται καμμιά ομολογία που είναι ο κεντρικός στόχος και σκοπός μας. Μετέστρεψε και εδώ τη δύναμη αυτήν ο εχθρός στο «παρά φύσιν» μίσος κατά του πλησίον και ερήμωσε την ψυχή, έφερε τον άνθρωπο στο σημείο της διαβολοποίησης και τον έκανε εικόνα του σατανά!
Επιθυμία, ζήλος, οργή και ορμή, μίσος. Τα φυσικά αυτά ιδιώματα δημιουργήθηκαν στη δύση μας ακέραια και αγνά. Τα μετάλλαξε, τα παραμόρφωσε η παρακοή. Και ο εχθρός μας κρύβεται πίσω από αυτά και με την παράλογη χρήση των δικών μας δυνάμεων, μας χωρίζει από το Θεό.
Όλα αυτά και όλο το σύστημα της διαστροφής και της φθοράς μετάλλαξε και θεράπευσε ο Κύριος μας με τον πανάρετο βίο του και τη διδασκαλία του.
Ένας τρόπος πρακτικής ωφέλειας και προκοπής στον πνευματικό αγώνα είναι η αποφυγή και απομάκρυνση από τα αίτια. Ο άνθρωπος που ζει ανάμεσα στα αίτια επηρεάζεται και υποχωρεί στις επιθυμίες και τα πάθη. Ο βέβαιος τρόπος απαλλαγής από τα αίτια και τις αφορμές είναι η αύξηση της αγάπης του Θεού.
Όπου χάριτι Θεού, περισσεύει η αγάπη του, καταργείται η προσπάθεια ανάπαυσης του σώματος. Και ο κόπος αυτός της αυταπάρνησης, επειδή γίνεται για την εντολή, γεννά την ελπίδα. Τότε ενισχύεται η αμεριμνησία και αποκτάται μερική διάκριση για να μαθαίνει ο αγωνιζόμενος την ορθή πρακτική του αόρατου πολέμου.
Ένα από τα μεγαλύτερα έπαθλα της πάλης αυτής είναι να νικήσει ο αγωνιστής την κενοδοξία. Το πρώτο στάδιο προκοπής στη γνώση του Θεού. Όποιος, αλίμονο, παρασύρθηκε στην αισχρότητα του πονηροτάτου αυτού πάθους, αποξενώνεται από την ειρήνη. Γίνεται πια θύμα της σκληρότητας και της ταραχής και έχει ως κάλυμμα της γυμνότητας του την υποκρισία και το ψέμα.
Εκείνος που με την υγιή μετάνοια απέρριψε τα πάθη του σώματος και τα υπόλοιπα ελαττώματα του παλαιού ανθρώπου, προετοίμασε την ψυχή του τίμια και έγινε σκεύος της Χάρης ή μάλλον έγινε ναός του Θεού.
Όποιος με ταπεινοφροσύνη και ακούραστα αγωνίζεται και με τη Χάρη του Χριστού κατακτά αυτήν την αρετή, του αποκαλύπτει ο Θεός τις αμαρτίες του για να μάθει να τις πολεμά. Εάν τον βοηθήσει και το πένθος, που μάλλον είναι βέβαιο, τότε και οι δύο αυτές αρετές εξορίζουν από την ψυχή τα επτά πονηρότατα δαιμόνια, που είναι το σύμπλεγμα του παλαιού ανθρώπου. Τότε η ψυχή τρέφεται από τη γλυκύτητα των δικών της αρετών. Σ΄αυτόν τον αγωνιστή δεν πλησιάζει άνθρωπαρέσκεια, ούτε ονειδισμός ανθρώπων. Εάν δεν μπορέσει ο άνθρωπος να βαστάσει το σκληρό λόγο του πλησίον και ανταποδώσει τα ίσα, τότε εγείρονται πόλεμοι στη συνείδηση για την ανυπομονησία και κυριαρχεί η αιχμαλωσία της ταραχής. Η προσευχή προς το Θεό, με φόβο, επαναφέρει την ειρήνη και η αγάπη και η μακροθυμία κατστρέφουν την «παρά φύσιν» οργή. Εάν παραμείνουν η ειρήνη, η αγάπη και η μακροθυμία, τότε η οργή στρέφεται όχι κατά του πλησίον, αλλά κατά των παθών και των δαιμόνων. Στην ψυχή μένει το πένθος και η ταπεινοφροσύνη.
Εκείνος που θα μπορέσει να υποφέρει σκληρό λόγο δύστροπου και ασύνετου ανθρώπου για το Θεό και για την ειρήνη των λογισμών του, θα ονομασθεί «υἱός εἰρήνης» και θα μπορέσει να αποκτήσει ειρήνη ψυχής, σώματος και πνεύματος. Εάν αυτά τα τρία αποκτηθούν τότε σταματούν οι εχθροί να πολεμούν το νόμο του νου και καταργείται η αιχμαλωσία της σάρκας. Αυτός θα ονομασθεί «υἱός τῆς εἰρήνης» και το Πνεύμα το Άγιο θα ενοικήσει μέσα του και ουδέποτε θα φύγει από αυτόν.
Ένα από τα πονηρότατα πνεύματα που ακούραστα πολεμούν είναι το πνεύμα της δειλίας. Αυτό εμποδίζει κάθε αγαθή πρωτοβουλία. Ειδικά όταν ο νους επιδοθεί στην κατά Θεό καρτερία, τότε επιφέρει σ’αυτόν αμέλεια, για να λυγίσει από το βάρος των πόνων της αρετής. Η μόνιμη τότε σωτηρία είναι ο ερεθισμός της αγάπης, η υπομονή και η εγκράτεια και μάλιστα αν διαπιστώσει ο αγωνιζόμενος ότι η αμέλεια είναι το αίτιο της ζημιάς.
Νήψη πολλή χρειάζεται κατά του πνεύματος της λύπης που προκαλεί την αποθάρρυνση και αφήνει ο αθλητής την πάλη. Πως τότε θα φτάσει στις μεγάλες αρετές οι οποίες είναι να μη θεωρεί κανείς τον εαυτό του ως ενάρετο, να υπομένει ατάραχα την ύβρη και ατιμία και να μη υπολογιστεί ή ονομαστεί στις αξίες αυτού του κόσμου;
Ο Κύριος μας είπε: «Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν και μαμωνᾷ» (Ματθ. Στ’ 24). Ο μαμωνάς ορίζεται από τους Πατέρες ως το κοσμικό φρόνημα που αιχμαλωτίζει τους οπαδούς του «αιώνος τούτου», που αγνοούν τον Θεό. Δύο αιτίες περικυκλώνουν την ψυχή. Μια εξωτερική και μια εσωτερική. Εξωτερική για τη φροντίδα του «αιώνος τούτου», για την ανάπαυση του σώματος. Η εσωτερική κινεί τα πάθη που εμποδίζουν τις αρετές. Η ψυχή δεν αισθάνεται την εσωτερική αιτία των παθών, εάν δεν ελευθερωθεί από την εξωτερική αιχμαλωσία.
Ο κύριος μας διδάσκει πώς θα απαλλαγούμε από αυτήν την αιχμαλωσία: «πᾶς ἐξ ὑμῶν, ὅς οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσι τοῖς ἑαυτοῦ ὑπάρχουσιν, (δηλαδή το θέλημα), οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής» (Λουκ. Ιδ’ 33).
Γνωρίζοντας ο πανάγαθος Δεσπότης μας ότι το θ έ λ η μ α είναι το αίτιο της διπλής αιχμαλωσίας διέταξε την εκκοπή του. Όταν ο άνθρωπος ενεργεί το θέλημά του, νεκρώνει το νου και όσο η ψυχή μεριμνά για τα εξωτερικά τότε τα εσωτερικά πάθη ενεργούν ελεύθερα. Εάν η ψυχή πεισθεί στην εντολή του Κυρίου και κόψει το θέλημα, τότε ξυπνά ο νους και ευμέθοδα απορρίπτει τα πάθη και οργανώνει τις αρετές. Ο Κύριος θέλει οι δικοί του να είναι υγιείς από τη φαινόμενη ύλη, δηλαδή τις παράλογες ορέξεις και από την κρυμμένη ύλη στην ψυχή δηλαδή τα πάθη. Αυτά ακριβώς κατάργησε με την ενανθρώπισή του. «Μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγώ ἐν ὑμίν» μας παρακινεί ο Κύριός μας. Να «μείνωμεν ἐν αὐτῶ» με την πράξη πρώτα και αυτός θα μείνει μαζί μας με την αγνότητα, όσο εμείς μπορούμε.
Οι Πατέρες μας ορίζουν τρεις αρετές απαραίτητες για το φωτισμό και την ανάνηψη του νου: τη φυσική ορμή, την ανδρεία, και την αοκνησία (εργατικότητα). Τρία είδη προκοπής αν αποκτήσει ο νους αισθάνεται ότι έφθασε στην αθανασία: την δ ι ά κ ρ ι σ η, την π ρ ο ό ρ α σ η και τη β ε β α ι ό π ι σ τ ία από το θείο φωτισμό.
Τρεις αρετές προκαλούν στο νου θείο φωτισμό: Το να μη θεωρεί κάποιος πονηρό το συνάνθρωπό του, να ευεργετεί όσους τον αδικούν και τον κακοποιούν και να υποφέρει χωρίς ταραχή, αγόγγυστα όσα συμβαίνουν. Οι τρεις αυτές αρετές γεννούν άλλες τρεις μεγαλύτερές τους: Το να μη θεωρεί κάποιος πονηρούς τους συνανθρώπους του γεννά αγάπη, με το να ευεργετεί όσους τον κακοποιούν αποκτά την ειρήνη και το να υπομένει αγόγγυστα όλα όσα συμβαίνουν φέρνει την πραότητα. Αξίωσέ μας πανάγαθε Δέσποτα, που είσαι ο θησαυρός των αγαθών, να τις αποκτήσουμε! Αμήν.
Τέσσερις αρετές αγνίζουν την ψυχή: Η σιωπή, η τήρηση των εντολών, η λιτότητα και αυτστηρή αυτάρκεια και η ταπεινοφροσύνη. Ο νους έχει ανάγκη από τις παρακάτω τέσσερις αρετές: Της αδιάλειπτης προσευχής προς το Θεό με ταπείνωση, το να επιρρίπτει τον εαυτό του μπροστά στην ευσπλαχνία του Θεού, να αποφεύγει την κρίση για κάθε άνθρωπο και να περιφρονήσει εντελώς τα πάθη που τον ενοχλούν.
Τέσσερις αρετές περιφρουρούν την ψυχή και την αναπαύουν όταν μάχεται: Η ε λ ε η μ ο σ ύ ν η, η α ο ρ γ η σ ί α, (έλλειψη οργης), η μ α κ ρ ο θ υ μ ί α και η α ν τ ί σ τ α σ η στις ποικίλες προσβολές της αμαρτίας. Η αντίσταση όμως κατά της λ ή θ η ς αναπληρώνει αυτές τις αρετές.
Τέσσερις αρετές χρησιμεύουν πολύ στη νεότητα: Η σ υ ν ε χ ή ς μ ε λ έ τ η, η α ο κ ν η σ ί α, ή α γ ρ υ π ν ί α και η τ α π ε ί ν ω σ η (το να μη θεωρεί κάποιος τον εαυτό του ως ενάρετο).
Τέσσερις είναι οι αιτίες της σαρκικής επανάστασης: Η π ο λ η υ π ν ί α, η γ α σ τ ρ ι μ α ρ γ ί α (το υπερβολικό φαγητό), η ε υ τ ρ α π ε λ ί α (αστεϊσμοί), και ο σ τ ο λ ι σ μ ό ς τ ο υ σ ώ μ α τ ο ς.
Με άλλες τέσσερις αιτίες σκοτίζεται η ψυχή: με το μ ί σ ο ς κατά του πλησίον, την ε ξ ο υ θ έ ν ω σ η, τη ζ ή λ ε ι α, το γ ο γ γ υ σ μ ό.
Με τέσσερα πράγματα ερημώνεται η ψυχή: την ά σ κ ο π η π ε ρ ι π λ ά ν η σ η από τόπο σε τόπο, τον πολύ π ε ρ ι σ π α σ μ ό, την π ο λ υ υ λ ί α (αγάπη της ύλης) και τη φ ι λ α ρ γ υ ρ ί α.
Τρία πράγματα αποκτά δύσκολα ο άνθρωπος και όμως αυτά φυλάσσουν τις αρετές: Το π έ ν θ ο ς, τα δ ά κ ρ υ α για τις αμαρτίες και τη συνεχή μ ν ή μ η θ α ν ά τ ο υ.
Τρία μεγάλα κακά εμποδίζουν πάντοτε την απόκτηση αρετών: Η α ι χ μ α λ ω σ ί α, η ο κ ν η ρ ί α και η λ ή θ η. Αυτή η κατάρα που λέγεται λ ή θ η πολεμά τον άνθρωπο μέχρι την τελευταία του αναπνοή.
Σημειώσαμε σύντομα τα έργα του «καινού» και του «παλαιού» ανθρώπου. «Ὁ ἀγαπῶν τήν ψυχήν αὐτοῦ εἰς τό μή ἀπολέσαι αὐτήν» (πρβλ. Ματθ. ι’ 39) αγωνίζεται να φυλάξει τα έργα του «καινού» ανθρώπου. Εκείνος που θέλει την ανάπαυση στη σύντομη αυτή ζωή ενεργεί και πράττει τα έργα του «παλαιού» ανθρώπου και χάνει την ψυχή του.
Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015
Δεν είναι το μείζον να ζήσουμε...
Ενθυμούμενοι τα λόγια του ίδιου του
Κυρίου που μας προτρέπει: «Αιτείτε, και δοθήσεται υμίν· ζητείτε, και ευρήσετε·
κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν» ζητούμε από τους Αγίου μας, οι οποίοι έχουνε
παρρησία στον Θεό να μεσιτεύσουν και για εμάς. Να κάνουνε κάποιο θαύμα, να μας
απαλύνουνε τον πόνο, να μας θεραπεύσουν.
Οι πιο πολλοί από εμάς ζητούμε θαύμα.
Ένα σημείο με το οποίο θα δούμε την ίαση του σώματος, του δικού μας ή κάποιου
αγαπημένου μας προσώπου. Ζητούμε θαύμα ώστε η επίγεια ζωή μας να συνεχιστεί
χωρίς πόνο, χωρίς αρρώστια, χωρίς σταυρό.
Ζητούμε κάτι το οποίο εάν μας δοθεί
μπορεί τώρα να μας βγάλει από τον πόνο και την αγωνία αλλά τελικά μπορεί να
«εμποδίσει» την σωτηρία μας. Ζητούμε κάτι το οποίο όσο σημαντικό κι αν είναι
τώρα να απαλλαγούμε από αυτό ίσως για το «μετά» αποβεί αυτή η εμμονή μας
μοιραία. Ποιο μετά; Το μετά του θανάτου.
Διότι ακόμα και εμείς που είμαστε
υγιείς σίγουρα θα πεθάνουμε. Και δεν το λέγω αυτό ώστε να παραιτηθούμε από την
ζωή. Και να περιμένουμε με σταυρωμένα χέρια τον θάνατο. Αντιθέτως. Η συναίσθηση
ότι αυτή η ζωή είναι παροδική και εφήμερη θα μας κάνει να την εκτιμήσουμε όπως
πρέπει. Θα μας κάνει να δούμε την ζωή μας στην πραγματική της διάσταση. Στο ότι
δηλαδή, ζούμε όχι απλά για να πεθάνουμε. Δεν ερχόμαστε σ’αυτήν την ζωή και για πονάμε
και να υποφέρουμε. Ζούμε ώστε να φτάσουμε στην Αγάπη με κάθε κόστος. Να την
κατακτήσουμε και να κατακτηθούμε από αυτήν. Γεννιόμαστε άνθρωποι με σκοπό την
Θεανθρωπία, την Αγιότητα.
Ίσως πονούμε λοιπόν. Πονούμε πολύ. Και
θέλουμε πάσι θυσία να ξεμπερδέψουμε από τον πόνο αυτό. Όμως ας σκεφτούμε λίγο
αδελφοί μου. Ας σκεφτούμε εάν ο πόνος αυτός, ο σταυρός αυτός που κουβαλούμε
σήμερα όποια μορφή κι αν έχει, μας έχει ωφελήσει ή όχι.
Μας έφερε πιο κοντά στον Θεό; Μας έκανε
να ζούμε με μετάνοια, με προσευχή, με μυστηριακή ζωή; Εάν ναι, τότε η δοκιμασία
αυτή, τότε ο πόνος αυτός είναι τελικά ο μέγας ευεργέτης μας, είναι αυτός ο
οποίος μας απάλλαξε από την αμετανοησία, την αδιαφορία και την άνομη ζωή που
πιθανότατα είχαμε όταν ήμασταν υγιείς. Είναι ο μεγάλος δάσκαλος της ζωή μας.
Είναι ο πιο σπουδαίος μας φίλος.
Δηλαδή, θα ρωτήσει κάποιος, να μην ζητώ
από τον Θεό, από τον Άγιο Λουκά να γίνω καλά;
Δεν θα απαντήσω εγώ. Θα απαντήσει ο
ίδιος ο Χριστός: «Ζητείται πρώτον την Βασιλεία του Θεού και πάντα ταύτα
προστεθίσεται ημίν».
Να ζητάμε λοιπόν από τον Θεό, ομως
πρώτα, πάνω απ΄όλα να ζητούμε την Βασιλεία Του.
Ποιος όμως από εμάς ζητά πάνω απ’όλα
την σωτηρία του και όχι την υγεία του σώματός του;
Ποιος από εμάς τολμά να πει: Κύριε,
σώσε με. Κύριε σώσε με ότι κι αν μου στοιχίσει;
Είμαστε έτοιμοι να σηκώσουμε τον σταυρό
μας; Να βάλουμε το εγώ μας πάνω στον σταυρό όποια μορφή κι αν έχει αυτός... Του
πόνου, της απόρριψης, της προδοσίας, της πικρής καθημερινότητας;
Ποιοι είμαστε έτοιμοι να αποδεχτούμε
τον σταυρό μας ως μέσο καθαγιασμού;
Ποιοι είμαστε έτοιμοι να μιμηθούμε
όλους αυτούς τους Αγίους που λέμε ότι αγαπάμε και τιμούμε; Για να δούμε τα
συναξάρια τους. Την ιστορία του καθενός. Όλοι τους, σήκωσαν τον σταυρό τους. Κάνανε
την εξορία, σπίτι τους, κάνανε τον πόνο τους, χαρά τους, κάνανε τις πληγές τους
από τα μαρτύρια τα τρόπαιά τους, κάνανε τον θάνατό τους, ένα πανηγύρι.
Εάν ο νούς μας αδελφοί μου σταματά μόνο
σ’αυτήν την ζωή, ίσως είναι δικαιολογημένη ακόμα και η απελπισία μας όταν μία
δοκιμασία έρχεται απρόσμενα στην προγραμματισμένη μας ζωή. Όμως ο άνθρωπος θα
πρέπει να ξεπερνά αυτή την ζωή, να μην μένει σ’αυτή την πεπερασμένη κατάσταση.
Γιατί; Διότι ο άνθρωπος, η ύπαρξή μας πλέον λόγο του Χριστού ξεπερνά αυτήν την
ζωή. Ξεπερνά τον θάνατο και την φθορά, ξεπερνά το τώρα και χάνεται στο άπειρο
του Θεού.
Γι’αυτό και ο άνθρωπος που δεν βλέπει
το τέλος στον θάνατο, ελπίζει. Ελπίζει όχι στην αποκατάσταση αυτής της ζωής, ή
στην καλυτέρευση της κατάστασής του, δεν ελπίζει ότι δεν θα πεθάνει ποτέ...αλλά
ελπίζει στο «μετά» του θανάτου. Εκεί βρίσκεται η πηγή της ελπίδος του. Εκεί
αναζητά την λύτρωσή του. Στον Χριστό. Όχι σ’ έναν Χριστό που θα φέρει εφήμερη
χαρά, φθαρτά αγαθά, μία επίγεια ανταμοιβή για την αφοσίωσή μας ή μία επίγεια
δικαιοσύνη (που κάποιοι λανθασμένα επικαλούνται) για τις αδικίες που έχουν
υποστεί από τους άλλους. Λέγοντας, θα το βρεις από τον Θεό κτλ. Λες και ο Θεός
είναι σαν και εμάς εμπαθείς, υποχείριο των μικροτήτων μας.
Όχι. Δεν θα πρέπει να ελπίζει ο
χριστιανός σε θεϊκά ρουσφέτια, σ’έναν Θεό που θα ικανοποιεί τις δικές του
ιδιοτροπίες, τα δικά του «θέλω».
Ο άνθρωπος εάν καταλάβει ότι είναι
αιώνιος θα πάψει να γογγύζει, θα πάψει να διαμαρτύρεται. Υπομένει γιατί ξέρει
καλά ότι όλα αυτά κάποτε θα περάσουν. Ξέρει καλά ότι όλα κάποτε θα τελειώσουν.
Και εκεί στο τέλος, μάλλον σ’αυτό που θεωρεί τέλος ο κόσμος, δηλαδή τον θάνατο,
θα αρχίσει η αιωνιότητα.
Εάν είχαμε λίγη συναίσθηση το ποιοι
είμαστε και για που προοριζόμασταν θα παύαμε τα «γιατί θεέ μου σε μένα», «έως
πότε», «φτάνει πια»!
Αλλά θα λέγαμε αυτό που είπε μία κοπέλα
που οι γιατροί πλέον τις είχαν δώσει μερικές μέρες ζωής.
Θέλω να ζήσω, είπε στον ιερέα που
ζήτησε να δει. Αλλά δεν ήλθα εδώ πάτερ για να μου το επιβεβαιώσετε. Δεν ήλθα
εδώ για να μου υποσχεθείτε κάποιο θαύμα ότι όλα θα περάσουν και θα γίνω καλά.
Ήλθα για να με βοηθήσετε να φύγω έτοιμη
από αυτόν τον κόσμο. Ο ιερέας λοιπόν σαστισμένος την ρώτησε: Καλά μέσα στη
δοκιμασία σου, δεν ρωτάς ποτέ «γιατί σε μένα, Θεέ μου;» -Δεν σας καταλαβαίνω,
πάτερ, είπε η κοπέλα αυτή. Εγώ ρωτώ «γιατί όχι και σε εμένα; Και περιμένω πλέον
όχι τον θάνατό μου· προσδοκώ τον φωτισμό μου».
Δεν είναι το μείζον να ζήσουμε.Το
μείζον είναι να ζήσουμε με τον Χριστό, δια του Χριστού. Και αυτό μας καλούν με
το παράδειγμά τους οι Άγιοι. Να ζήσουμε μέσα στο Κάλλος μιας αιωνιότητας που
μας προσφέρεται από τώρα. Αρκεί να ζήσουμε αυτήν την ζωή χριστομίμητα.
αρχιμ.Παύλος Παπαδόπουλος
Γέροντας Πορφύριος: Έχουν κάνει όλες τις αμαρτίες, όμως εγώ τ’ αγαπώ!
Μου έλεγε κάποια
μέρα: «Έρχονται σε μένα καμιά φορά και αγόρια και κορίτσια. Τα καημένα τα
παιδιά και τι δεν έχουν κάνει, όλες τις αμαρτίες τις σαρκικές τις έχουν κάνει,
μα εγώ τ’ αγαπώ».
Ο Γέροντας δε
δικαιολογούσε τις πράξεις των παιδιών∙ τις χαρακτήριζε ως σαρκικές αμαρτίες
,αλλά συγχρόνως τα αγαπούσε σαν πολύτιμες ψυχές «υπέρ ων Χριστός απέθανε». Με
την αγάπη του, τους προσείλκυε σαν μαγνήτης και τους θεράπευε σταδιακά από τη
σαρκολατρεία τους.
Η πατερική αυτή στάση
του Γέροντα, παρεξηγήθηκε από μερικούς πουριτανούς συντηρητικούς, που
επένθησαν, και μερικούς ανεύθυνους προοδευτικούς, που πανηγύρισαν, για την ίδια
αιτία: για το ότι τάχα ο Γέροντας «ανέχεται» τις σαρκικές αμαρτίες. Δεν καταλάβαιναν,
ότι η αμαρτία δεν καταπολεμείται, ούτε με τη μισαλλόδοξη καταδίκη του αμαρτωλού
, ούτε με την ένοχη νομιμοποίηση της πτώσης.
Ο Γέροντας πολεμούσε
αποτελεσματικά την αμαρτία, αγαπώντας τον αμαρτωλό και βοηθώντας τον στην
συνειδητοποίηση της ευθύνης για τις πτώσεις του, και της δυνατότητας εν Χριστώ
της απαλλαγής του και απ’ αυτές και από την ενοχή, δια της μετανοίας και της
συγχωρήσεως και της εν Χριστώ ζωής.
Ήθελε να οδηγεί στην
καινούργια ζωή, και όχι να ταλαιπωρεί τις ψυχές με την παλιά.
Ο Άγιος Ιωάννης ο ασκητής και ο Άγιος Συμεών ο δια Χριστόν σαλός.
Στην εορτή της Υψώσεως του Τιμίου
Σταυρού του έτους 518 πήγαν στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσουν και δυο νέοι, φίλοι
αχώριστοι, από την Έδεσσα της Συρίας. Μετά την προσκύνηση
του Σταυρού του Χριστού είπαν να επισκεφτούν μοναστήρια και ασκητήρια για να
πάρουν ευχές και νουθεσίες από τους ασκητές. Χάρηκαν τόσο πολύ από την
περιήγηση αυτή και την επαφή τους με τους μοναχούς, που ήθελαν να μείνουν εκεί.
Σ’ ένα μοναστήρι λοιπόν έγιναν μοναχοί κι από ‘κει αναχώρησαν μόνοι για την
έρημο. Κοντά στη Νεκρά θάλασσα βρήκαν σπήλαια και κατοίκησαν. Εκεί ζούσαν
ασκητικά, προσευχόμενοι και διαβάζοντας τις Γραφές καθημερινά. Καθάριζαν το νου
και την καρδιά τους από κάθε επιθυμία κοσμική, ώσπου έφτασαν σε κατάσταση
απάθειας, δηλαδή, δεν επιθυμούσαν πια τίποτε κακό ούτε μπορούσαν να σκεφθούν
κάτι αντίθετο από το θέλημα του Θεού. Πέρασαν εκεί είκοσι εννέα χρόνια.
Μια μέρα λέει ο Συμεών στον Ιωάννη:
«Έχω μία εσωτερική πληροφορία, που μου λέει να πάω στον κόσμο. Ίσως εκεί
βοηθήσω και κάποιους άλλους να βρουν το δρόμο του Θεού». Μα ο Ιωάννης δεν
ένοιωθε πως ήταν έτοιμος ή ικανός για κάτι τέτοιο. Μάλιστα προσπαθούσε να
μεταπείσει το συνασκητή του ν’ αλλάξει γνώμη. Ο Συμεών όμως είχε μία εσωτερική
σιγουριά για την απόφαση αυτή. Έτσι μια μέρα αποχαιρέτησε το φίλο του κι έφυγε
για τον κόσμο. «Πάω να περιπαίζω τον κόσμο» του είπε.
Πήγε πρώτα στα Ιεροσόλυμα. Εκεί
προσκύνησε τους Αγίους Τόπους και μετά έφυγε για την πατρίδα του, την Έδεσσα.
Κατά την επαφή του με τον κόσμο, συνέχεια γίνονταν θαύματα με την προσευχή του
και το άγγιγμα των χεριών του. Όμως παρακάλεσε το Θεό να τον προστατεύσει, να
μην γνωρίσουν οι άνθρωποι ποιος ήταν. Γι’ αυτό και ο ίδιος προσποιείτο πως ήταν
σαλός, δηλαδή τρελός. Άρχισε τις τρέλες του με την είσοδό του στην πόλη. Βρήκε
έναν ψόφιο σκύλο, τον έδεσε με το ζωνάρι του και σέρνοντάς τον μπήκε στην πόλη.
Εκεί κοντά ήταν ένα σχολείο. Μόλις τον είδαν τα παιδιά, τον πήραν για τρελό,
έτρεχαν ξωπίσω του και τον γιουχάιζαν.
Σαν ήρθε στη αγορά τον βρήκε κάποιος
εστιάτορας και τον προσέλαβε να πουλά ξηρές τροφές. Αυτός μόλις ανάλαβε
καθήκοντα πωλητή άρχισε να τρώει, (είχε μία βδομάδα να φάει). Όταν χόρτασε,
άρχισε να διαμοιράζει τις υπόλοιπες τροφές στους ζητιάνους. Σαν τον πήρε είδηση
ο ιδιοκτήτης, τον έδιωξε βρίζοντας και κλωτσοκοπώντας τον. Ο Όσιος Συμεών
έφυγε, μα επέστρεψε πάλι το απόγευμα. Μπήκε στο εστιατόριο με αναμμένα κάρβουνα
στη χούφτα του και λιβάνι. Θύμιαζε το μαγαζί και τους παρευρισκόμενους. Όταν
είδε αυτό το θαύμα η γυναίκα του εστιάτορα, ευλαβήθηκε πολύ τον Άγιο και
ολόκληρη η οικογένεια επέστρεψε στην Ορθοδοξία, γιατί ήσαν αιρετικοί.
Μετά απ’ αυτό όλοι τον σέβονταν. Άρχισε, λοιπόν, να τρώει κρέας μπροστά τους. Για κάθε κομμάτι κρέας, που έτρωγε φανερά, νήστευε στα κρυφά για μια βδομάδα όλα τα φαγητά. Επειδή και πάλι τον τιμούσαν και ιδίως η γυναίκα του εστιάτορα, σκέφτηκε κάτι άλλο να κάνει. Ανέβηκε ένα βράδυ στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η γυναίκα μόνη της κι έκανε πως ήθελε να την αγκαλιάσει. Αυτή μόλις το αντιλήφθηκε, έβαλε τις φωνές και με κλωτσιές τον έβγαλαν έξω.
Μετά απ’ αυτό όλοι τον σέβονταν. Άρχισε, λοιπόν, να τρώει κρέας μπροστά τους. Για κάθε κομμάτι κρέας, που έτρωγε φανερά, νήστευε στα κρυφά για μια βδομάδα όλα τα φαγητά. Επειδή και πάλι τον τιμούσαν και ιδίως η γυναίκα του εστιάτορα, σκέφτηκε κάτι άλλο να κάνει. Ανέβηκε ένα βράδυ στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η γυναίκα μόνη της κι έκανε πως ήθελε να την αγκαλιάσει. Αυτή μόλις το αντιλήφθηκε, έβαλε τις φωνές και με κλωτσιές τον έβγαλαν έξω.
Κάποιος διάκος, ονόματι Ιωάννης, έγινε
φίλος με τον Άγιο Συμεών. Τον συμπονούσε για την κακοπάθεια και τη σκληραγωγία
του. Προσφέρθηκε μια μέρα να τον πάει στα κοινά λουτρά, να τον λούσει. Ο Όσιος
αντί να τον ακολουθήσει στο αντρικό λουτρό όρμησε στο γυναικείο. Οι γυναίκες
που λούζονταν ξαφνιάστηκαν, τον άρπαξαν και αφού τον έδειραν, τον έριξαν έξω.
Αργότερα τον βρήκε ο Ιωάννης, ο διάκος, και τον ρώτησε: «Πώς αισθάνθηκες,
αλήθεια, ανάμεσα σε τόσες γυμνές γυναίκες;». Κι αυτός του απάντησε: «Τίποτε δεν
αισθάνθηκα, ήμουν σαν ξύλο ανάμεσα στα ξύλα».
Ο διάκος Ιωάννης είχε ένα γιο, ο οποίος
επισκεπτόταν κρυφά μια παντρεμένη γυναίκα. Όταν τον βρήκε ο Όσιος στην αγορά,
του ‘δωσε ένα σκαμπίλι και του είπε: «Πάψε να κάνεις αυτά που κάνεις, γιατί θα
σε πάρει ο δαίμονας και θα σε σηκώσει». Και ο δαιμονίστηκε πάραυτα! Έπεσε χαμαί
κι’ άφριζε. Είδε τότε τον Άγιο να βγάζει από πάνω του ένα μαύρο ζώο και να το
διώκει με ξύλινο σταυρό. Αμέσως ο νέος θεραπεύτηκε και σωφρονίστηκε, Δεν
μπορούσε όμως να πει τίποτε απ’ όσα είδε κι έπαθε, παρά μόνο μετά το θάνατο του
Αγίου.
Ο Άγιος Συμεών συνήθως έκανε παρέα με
φτωχούς, ζητιάνους και δούλους. Συχνά πήγαινε στα σπίτια των πλουσίων κι έκανε
παρέα με τις υπηρέτριες, χαριεντιζόταν μαζί τους και προσποιείτο ότι τις
φιλούσε. Μια φορά κάποια υπηρέτρια έμεινε έγκυος και είπε στην κυρία της ότι ο
πατέρας του παιδιού είναι ο σαλός. Ο Όσιος δεν το αρνήθηκε, μάλιστα φρόντιζε
κάθε τόσο να παίρνει κρέας και ψάρια στην υποτιθέμενη γυναίκα του. Όταν ήρθε η
ώρα να γεννήσει, τρία μερόνυκτα κοιλοπονούσε χωρίς αποτέλεσμα. Ήρθε τότε ο
Συμεών κι όλοι του έλεγαν: «Κάνε προσευχή, σαλέ, για τη γυναίκα και το παιδί
σου». Αυτός κτυπούσε παλαμάκια κι έλεγε: «Αν δεν ομολογήσει τον πατέρα του
παιδιού, δεν γεννιέται παιδί». Αυτή ομολόγησε την αλήθεια και παρευθύς γέννησε.
Ένας παντοπώλης Εβραίος έτυχε να δει τον Όσιο να συνομιλεί με δυο αγγέλους την ώρα που πλενόταν και ήθελε να το πει. Ο Όσιος πήγε στον ύπνο του και του είπε: «Μην πεις σε κανένα αυτό που είδες». Όταν ξημέρωσε όμως και πήγε στο παντοπωλείο του, ήθελε να το πει στους πελάτες του. Τότε πέρασε ο Άγιος, τον άγγιξε στα χείλη και βουβάθηκε. Ο Εβραίος έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε με νεύματα να τον θεραπεύσει. Αυτός δεν του απάντησε, μόνο φάνηκε πάλι στον ύπνο του και του είπε: «Αν πιστέψεις και βαπτιστείς, θεραπεύεσαι, αλλιώς θα πεθάνεις άλαλος ». Ο Εβραίος δεν αποφάσισε να βαπτιστεί παρά μόνο μετά το θάνατο του Αγίου. Και πραγματικά, μόλις βγήκε από την κολυμβήθρα, ήρθε η λαλιά του. Και είχε τόση ευλάβεια προς αυτόν, ώστε αυτός πρώτος τον τίμησε ως Άγιο και γιόρταζε κάθε χρόνο τη μνήμη του.
Ένας παντοπώλης Εβραίος έτυχε να δει τον Όσιο να συνομιλεί με δυο αγγέλους την ώρα που πλενόταν και ήθελε να το πει. Ο Όσιος πήγε στον ύπνο του και του είπε: «Μην πεις σε κανένα αυτό που είδες». Όταν ξημέρωσε όμως και πήγε στο παντοπωλείο του, ήθελε να το πει στους πελάτες του. Τότε πέρασε ο Άγιος, τον άγγιξε στα χείλη και βουβάθηκε. Ο Εβραίος έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε με νεύματα να τον θεραπεύσει. Αυτός δεν του απάντησε, μόνο φάνηκε πάλι στον ύπνο του και του είπε: «Αν πιστέψεις και βαπτιστείς, θεραπεύεσαι, αλλιώς θα πεθάνεις άλαλος ». Ο Εβραίος δεν αποφάσισε να βαπτιστεί παρά μόνο μετά το θάνατο του Αγίου. Και πραγματικά, μόλις βγήκε από την κολυμβήθρα, ήρθε η λαλιά του. Και είχε τόση ευλάβεια προς αυτόν, ώστε αυτός πρώτος τον τίμησε ως Άγιο και γιόρταζε κάθε χρόνο τη μνήμη του.
Μια μέρα πέρασε από μια συγκέντρωση,
όπου χόρευαν πολλές κοπέλες. Αυτές μόλις τον είδαν, άρχισαν να τον περιπαίζουν
τραγουδώντας αισχρά τραγούδια. Ενώ τραγουδούσαν διαπίστωσαν ότι τυφλώθηκαν όλες
στο ένα τους μάτι. Τότε κλαίγοντας τον πήραν ξωπίσω και τον παρακαλούσαν να τις
συγχωρέσει και να τις θεραπεύσει. Στάθηκε αυτός και είπε: «Όποια δεχθεί να την
φιλήσω στο μάτι θα θεραπευθεί». Μερικές δέχθηκαν και θεραπεύθηκαν. Οι άλλες
έμειναν μονόφθαλμες. Αργότερα κι αυτές τον έτρεχαν κατόπι φωνάζοντας: «Φίλησέ
μας, φίλησέ μας». Αυτός όμως δεν δέχθηκε πια. Όταν αργότερα ο διάκος φίλος του
τον ρώτησε γιατί δε θεράπευσε κι αυτές, είπε: «Εάν αυτές θεραπευθούν θα γίνουν
οι πιο αμαρτωλές γυναίκες στη Συρία. Μονόφθαλμες σώζονται».
Κάποτε κάποιος έμπορος από την Έδεσσα
πήγε στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσει και να γιορτάσει την Ανάσταση. Μετά τη
γιορτή επισκεπτόταν σπήλαια και ασκητήρια της ερήμου δίνοντας ελεημοσύνη στους
μοναχούς και ζητώντας την ευχή τους. Έτυχε τότε να συναντήσει και τον Άγιο
Ιωάννη, το φίλο και συνασκητή του Αγίου Συμεών. «Πόθεν είσαι»; τον ερωτά. «Από
την Έδεσσα» του απαντά. «Έχεις τον Αββά Συμεών, το σαλό, στη γειτονιά σου και
ήρθες εδώ ζητώντας ευχή από μένα; Εγώ και όλος ο κόσμος χρειαζόμαστε την ευχή
του. Να του πεις να μην ξεχνά να προσεύχεται και για τον αδελφό του τον Ιωάννη,
τον ασκητή». Ο έμπορας πήρε τα χαιρετίσματα στον Άγιο Συμεών, αλλά μόνο μετά το
θάνατό του μπόρεσε να πει το γεγονός.
Κάποτε κάποιο κακοποιοί σκότωσαν
κάποιον και τον έριξαν κρυφά στο σπίτι του διάκου Ιωάννη. Όταν βρήκαν το νεκρό,
κατηγόρησαν το διάκο για φόνο και επρόκειτο να τον οδηγήσουν στην αγχόνη. Αυτός
συνέχεια φώναζε: «Ο Θεός του σαλού, βοήθησέ με». Ο Συμεών ήταν στο καλυβάκι του
και προσευχόταν γι’ αυτόν. Τη τελευταία στιγμή συνέλαβαν τους πραγματικούς
δολοφόνους κι άφησαν ελεύθερο τον διάκο. Αυτός κλαίγοντας πήγε να ευχαριστήσει
τον φίλο του. Ο Άγιος Συμεών του είπε: «Ξέρεις γιατί τα έπαθες όλα αυτά; Χθες
δυο φτωχοί σου ζήτησαν ελεημοσύνη και ενώ είχες δεν έδωσες, Μήπως νομίζεις ότι
είναι δικά σου εκείνα που δίνεις; Λοιπόν, εάν πιστεύεις στο Θεό, δίνε όσο μπορείς.
Εάν δε δίνεις είναι φανερό πως είσαι άπιστος».
Ένα πρωί ο Συμεών κρατούσε σινάπι
τριμμένο στο αριστερό του χέρι και στο δεξί ψωμί. Το άρτυζε με σινάπι κι
έτρωγε. Όποιος τον πείραζε του έτριβε το σινάπι στο στόμα. Τον πλησίασε και
κάποιος, που είχε ασθένεια στα μάτια. Του ‘χρισε τα μάτια με το σινάπι και του
είπε: «Πήγαινε, νίψου με σκορδόξυδο και θα γιάνεις, κουτέ». (Όλους συνήθιζε να
τους αποκαλεί κουτούς ή κάτι παρόμοιο). Εκείνος δεν εμπιστεύθηκε τον Όσιο και
πήγε σε γιατρούς, όπου και χειροτέρεψε. Μια μέρα αγανακτισμένος είπε: «Θα κάμω
ό,τι μου πει ο σαλός κι ας βγουν και τα δύο μου μάτια». Και πλύθηκε με
σκορδόξυδο κι έγιναν τα μάτια του σα μικρού παιδιού. Όταν τον συνάντησε στο
δρόμο ο Όσιος, του είπε: «Βλέπεις πως έγινες καλά, κουφιοκέφαλε; Να μην
ξανακλέψεις κατσίκες από το μαντρί του γείτονά σου».
Ο δούλος κάποιου πλούσιου του ΄κλεψε
πεντακόσια χρυσά νομίσματα. Μη μπορώντας να βρει ούτε τον κλέφτη, ούτε τα
λεφτά, πήγε στο Συμεών και του λέγει: «Μπορείς, τρελέ, να μου βρεις τα
νομίσματα, που ‘χασα, να σου δώσω και σένα δέκα;». Του λέει ο Όσιος: «Δώσε μου
υπόσχεση ότι δε θα ξαναδείρεις πια κανένα δούλο σου». Αυτός ορκίστηκε και ο
Άγιος του υπέδειξε πού είναι τα χρυσά νομίσματα και τα βρήκε. Μετά από καιρό
πήγε να δείρει ένα δούλο κι άρχισε να τρέμει το χέρι του. Κατάλαβε τότε πως
είναι δουλειά του σαλού. Πήγε και του λέει: «Λύσε με από τον όρκο, τρελέ». Ο
Άγιος δεν του απάντησε. Πήγε όμως στον ύπνο του και του είπε: «Αν λύσω τον
όρκο, θα σκορπίσω όλα τα αργύρια κι όλο το βιός σου. Δε φοβάσαι και δεν ντρέπεσαι
να δέρνεις αυτούς που κατευθείαν πηγαίνουν στην αιώνια ζωή, εσύ που αδίκαστος
πας στην κόλαση;».
Μια γυναίκα έκανε φυλακτά για το μάτι
και διάφορα άλλα μαγικά. Ο Άγιος την αγαπούσε και της έδινε φαγητά και ρούχα
που του χάριζαν. Μια μέρα της λέει: «Να σου κάνω κι εγώ ένα φυλακτό να μη σε
βλάπτει ποτέ κανένα μάτι». Και της έγραψε ένα φυλακτό στη συριακή διάλεκτο που
αυτή δεν μπορούσε να διαβάσει. Έγραφε «Ο Θεός να σ’ ελεήσει και να σε
καταργήσει, να μη σ’ αφήνει να απομακρύνεσαι απ’ Αυτόν, ούτε τους άλλους ν’
απομακρύνεις». Αυτό το σημείωμα πάνω της η γυναίκα σα φυλακτό και δεν μπορούσε
πια να κάνει καμιά μαγεία.
Μια μέρα καθόταν στο φούρνο ενός
Εβραίου, που έψηνε γυάλινα σκεύη και παρακολουθούσε μ’ ένα τσούρμο φτωχούς. Σε
κάποια στιγμή λέει στους ζητιάνους: «θέλετε να σας κάνω να γελάσετε; Προσέξτε!»
Πλησίασε, σταύρωσε από πάνω τα αγγεία κι έσπασαν επτά. Οι ζητιάνοι έσκασαν στα
γέλια ενώ ο Εβραίος έγινε έξω φρενών και κτύπησε τον Άγιο. Αυτός του είπε: «Στ’
αλήθεια, ντενεκέ, αν δεν κάνεις το σημείο του σταυρού στο μέτωπό σου, θα
σπάσουν όλα τ’ αγγεία σου». Και πριν τελειώσει το λόγο, έσπασαν άλλα δεκατρία.
Ο Εβραίος κατανύχθηκε, έκανε σταυρό στο μέτωπό του και δεν έσπασαν άλλα αγγεία.
Έτσι πίστεψε στον Χριστό και βαπτίστηκε μ’ όλη την οικογένειά του.
Ο Άγιος Συμεών κάθε Μεγάλη Σαρακοστή
δεν έτρωγε τίποτα μέχρι τη Μεγάλη Πέμπτη. Τότε πήγαινε στον αρτοποιό, άρπαζε
ένα ψωμί κι έτρωγε λαίμαργα μπροστά στον κόσμο. Όλοι οι άνθρωποι σκανδαλίζονταν
κι έλεγαν: «Αυτός ο καλόγερος ούτε τη Μεγάλη Πέμπτη δεν μπορεί να νηστέψει».
Είχε για διαμονή του μια ξύλινη καλύβα
και ξάπλωνε σ’ ένα δεμάτι κληματίδες. Συχνά ξαγρυπνούσε προσευχόμενος. Όταν
έβγαινε το πρωί να γυρίσει την πόλη, έκοβε κλάδους ελιάς ή άλλων φυτών κι έκανε
στεφάνι, που το φορούσε στη κεφαλή. Κρατούσε κι ένα κλαδί στο χέρι και συχνά
φώναζε: «Νίκα το βασιλιά και την πόλη». Πόλη εννοούσε την ψυχή και βασιλιά το
νου. Δηλαδή να νικάς και να υποτάσσεις νου και ψυχή στο θέλημα του Θεού.
Ο Άγιος Συμεών έκαμνε όλες τις διδασκαλίες,
τις ευεργεσίες και τα θαύματα με σαλότητα. Γι’ αυτό κανείς δεν τον εκτιμούσε
για πολύ. Μόνο το διάκο Ιωάννη εμπιστευόταν και κάποτε του έλεγε την αλήθεια.
Δυο μέρες πριν το θάνατό του φώναξε το
φίλο του και του είπε: «Ήθελα να σου πω, φίλε Ιωάννη, πως σήμερα πήγα και είδα
τον αδελφό μου Ιωάννη τον ασκητή, στην έρημο και ευχαριστήθηκα πάρα πολύ. Τον
είδα να φορά τίμιο στεφάνι που έγραφε γύρω-γύρω: »Στεφάνι υπομονής της ερήμου».
Εκείνος μου είπε πως είδε τον Κύριό μας να με πλησιάζει και να μου λέγει: «Έλα,
σαλέ, να πάρεις τα στεφάνια των ψυχών που μου έφερες». Όσο για σένα, θέλω να σε
παρακαλέσω, φίλε Ιωάννη, να επιμελείσαι κάθε άπορο πλάσμα, να ελεείς κατά τη
δύναμή σου. Διότι αυτή η αρετή βοηθά από τις άλλες περισσότερο. Όλοι αυτοί οι
ταπεινοί και περιφρονημένοι θα σε πάρουν στη βασιλεία του Θεού. Ακόμα κάτι, να
μη πλησιάζεις την Αγία Τράπεζα αν έχεις στην καρδιά σου κάτι εναντίον κάποιου.
Λοιπόν, την Τρίτη μέρα από σήμερα, ο Κύριος θα παραλάβει το σαλό Συμεών. Την
ίδια ώρα θα παραλάβει και τον αδελφό μου τον Ιωάννη, τον ασκητή».
Πραγματικά, την τρίτη μέρα ο Θεός πήρε
την ψυχή του. Οι πτωχοί και οι ζητιάνοι φίλοι του τον αναζήτησαν και τον βρήκαν
ολομόναχο, νεκρό στην καλύβα του. Τον σήκωσαν με σκοπό να τον ενταφιάσουν στο
νεκροταφείο των ξένων. Όταν περνούσαν έξω από το σπίτι του Ιουδαίου υαλοποιού,
αυτός άκουσε υπερκόσμιες μελωδίες. Άνοιξε το παράθυρο και είδε τη νεκρώσιμη
πομπή. ταυτόχρονα είδε πλήθος αγγέλων ν’ ακολουθούν και να ψάλλουν την
νεκρώσιμη ακολουθία. Δάκρυσε τότε, ο Εβραίος, και είπε: «Μακάριος είσαι συ,
σαλέ Συμεών, δεν έχεις ανθρώπους να σ’ ενταφιάσουν, αλλ’ έχεις τάξεις θείων
Αγγέλων και Αρχαγγέλων να σε συνοδεύουν». Και πήγε κι αυτός με την οικογένειά
του στον ενταφιασμό.
Ο διάκος Ιωάννης άργησε να πάει κι όταν
έμαθε πως ήδη τον έθαψαν, κλαίγοντας πήγε στο μνήμα. Ήθελε να τον ξεθάψει για
να του κάμει κανονική κηδεία, μα προς έκπληξή του δεν βρήκε το σώμα. Είχε
μετατεθεί με θεία δύναμη κι είχε θαφτεί στην έρημο, κοντά στον αγαπημένο του
φίλο Ιωάννη, τον ασκητή, που κι αυτός κοιμήθηκε την ίδια μέρα. Από τότε τιμάται
η μνήμη τους κάθε χρόνο από την Εκκλησία μας στις 21 Ιουλίου. Ας έχουμε την
ευχή και τη βοήθειά τους.
Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015
ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΜΙΔΗΣ ΤΩΝ Ι. ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΜΙΔΗΣ ΤΩΝ Ι. ΛΕΙΨΑΝΩΝ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος εκοιμήθη από εξάντληση στις 14 Σεπτεμβρίου του 407 μ.Χ. κατά τη διάρκεια της τρίτης του εξορίας από την αυτοκράτειρα Ευδοξία και τάφηκε στα Κόμανα του Πόντου. Το σεπτό λείψανό του περίμενε επί τριάντα έτη, θαμμένο στον τόπο της εξορίας και του μαρτυρίου του. Όταν όμως το 434 μ.Χ. πατριάρχης εξελέγη ο μαθητής του Άγιος Πρόκλος, παρεκάλεσε τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο να ενεργήσει τα δέοντα, ώστε το λείψανο του μεγάλου αυτού... πατέρα της Εκκλησίας να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη.Και πράγματι, τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 27 Ιανουαρίου του 438 μ.Χ. έγινε η Ανακομιδή των Ιεωρών Λειψάνων του Αγίου.
Η μεταφορά των ιερών λειψάνων από τα Κόμανα συνοδεύτηκε από μια επιστολή - διαταγή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β’, υιού του Αρκαδίου και της Ευδοξίας, η οποία έγραφε: «Επιστολή τού βασιλέως Θεοδοσίου.
Εις τόν οικουμενικόν Πατριάρχην καί Διδάσκαλον καί πνευματικόν Πατέρα Ιωάννην τόν Χρυσόστομον, τήν προσκύνησιν προσφέρω εγώ ο βασιλεύς Θεοδόσιος. Ημείς, Πάτερ τίμιε, νομίζοντες, πώς είναι τό σώμά σου νεκρόν, καθώς είναι καί τά άλλα σώματα τών αποθανόντων, ηθελήσαμεν να μεταφέρωμεν αυτό απλώς εις ημάς. Διά τούτο καί τού ποθουμένου δικαίως υστερήθημεν. Αλλά σύ, Πάτερ τιμιώτατε, συγχώρησον εις ημάς, οπού μετανοούμεν. Σύ γάρ εδίδαξες εις όλους τήν μετάνοιαν. Καί δός τόν εαυτόν σου, ώς πατήρ φιλοπαίς, εις ημάς τούς φιλοπάτορας υιούς σου, καί τούς σέ ποθούντας εύφρανον διά τής παρουσίας σου».
Αυτή την επιστολή του αυτοκράτορα την πήγαν στον Άγιο και την τοποθέτησαν πάνω στην λάρνακά του. Τότε ο Άγιος έδωσε τον εαυτό του στους απεσταλμένους του αυτοκράτορα και έτσι αυτοί μετέφεραν την λάρνακα που περιείχε το άγιο λείψανο στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να κοπιάσουν καθόλου. Η υποδοχή των ιερών λειψάνων του Αγίου υπήρξε παλλαϊκή. Σύσσωμος λαός, κλήρος και μοναχοί, με επικεφαλής τον αυτοκράτορα, τους αυλικούς, τη σύγκλητο και όλους τους άρχοντες, υποδέχθηκαν και προσκύνησαν με σεβασμό τα λείψανά του.
Με πολύ ευλάβεια μετέφεραν αρχικά τη λάρνακα στο ναό του Αποστόλου Θωμά, στα Αμαντίου, έπειτα δε στο ναό της Αγίας Ειρήνης. Εκεί έβαλαν το άγιο λείψανο πάνω στο σύνθρονο και άπαντες εβόησαν: «Απόλαβε τόν θρόνον σου, Άγιε». Στη συνέχεια η λάρνακα τοποθετήθηκε σε αυτοκρατορική άμαξα και μεταφέρθηκε στο περιώνυμο ναό των Αγίων Αποστόλων. Εκεί έβαλαν το άγιο λείψανο πάνω στην ιερή καθέδρα και έγινε το θαύμα: ο Άγιος επεφώνησε προς τον λαό το «Ειρήνη πάσι». Έπειτα το εναπέθεσαν μέσα στο Άγιο Βήμα, κάτω από την Αγία Τράπεζα.
Η Σύναξη του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου ετελείτο στο πάνσεπτο ναό των Αγίων Αποστόλων.Ιερά λείψανα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου αφιέρωσε διά χρυσοβούλλου στη Μονή Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους ο αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής (969 - 976 μ.Χ.) και τεμάχιο της αριστεράς χειρός ο Ανδρόνικος ο Παλαιολόγος (1282 - 1328 μ.Χ.), διά χρυσοβούλλου, τον Ιούλιο του έτους 1284 μ.Χ., στη Μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους. Επίσης, τμήματα του ιερού λειψάνου φυλάσσονται στις μονές Βατοπαιδίου, Ιβήρων, Αγίου Διονυσίου και Δοχειαρίου.
Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!
Ἡ φιλία τῶν φίλων τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἐχθρότης τῶν ἐχθρῶν τοῦ Θεοῦ
Τά γνωρίσματα τοῦ καλοῦ χριστιανοῦ.Ποῖος εἶναι ὁ καλός, ὁ ἀληθινός χριστιανός;
Οἱ
Ἅγιοι εἶχαν φίλους ὅλους τούς φίλους τοῦ Θεοῦ, τούς φιλόθεους, αὐτούς
πού ἀγαποῦσαν τόν Θεό. Ἐπίσης εἶχαν ἐχθρούς, τούς ἐχθρούς τοῦ Θεοῦ. Τούς
ἐχθρεύονταν ἐκεῖνοι πού μισοῦσαν τόν Θεό. Οἱ Ἅγιοι ἀγαποῦσαν ἐκ
καρδίας ὅλους, ἀλλά δέν συνέπρατταν στήν κακία καί δέν ὑπήκουαν στά
ἀντίθεα προστάγματα τῶν ἐχθρῶν τοῦ Θεοῦ.
«Μεγάλη ἀρετή τοῦ δικαίου»
παρατηρεῖ τό χρυσό στόμα τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ἔχει τούς ἴδιους ἐχθρούς μέ
τόν Θεό καί τούς ἴδιους φίλους. Ὅπως καί κακία μεγάλη εἶναι ὅταν
κάποιος τούς φίλους τοῦ Θεοῦ τούς ἔχει ἐχθρούς καί τούς ἐχθρούς (τοῦ
Θεοῦ) τούς ἔχει φίλους»[30].
Ἀπόσπασμα ἀπό τήν μελέτη μέ τίτλο:Ποῖος εἶναι ὁ Ἅγιος κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο
Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης
[30]
Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τόν Ζ΄ Ψαλμόν, ΕΠΕ 5, 318. PG 55, 90. «Μεγάλη
ἀρετή τοῦ δικαίου, ὅταν τούς αὐτούς ἐχθρούς ἔχῃ τῷ Θεῷ καί τούς αὐτούς
φίλους. Ὥσπερ κακία μεγάλη, ὅταν τούς τοῦ Θεοῦ φίλους ἐχθρούς ἔχῃ, καί
τούς ἐχθρούς φίλους»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





