Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

Ο άγιος γέροντας Νικόλαος της Όπτινα


Η συγκλονιστική βιογραφία του οσίου μοναχού Νικολάου του Τούρκου εκδόθηκε πριν από λίγα χρόνια στη Ρωσία και μεταφράστηκε στα ελληνικά, όπου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ακρίτας: Στάρετς Βαρσανουφίου, Μοναχός Νικόλαος της Όπτινα, μτφρ. Ναταλία Νικολάου, επιμέλεια αρχιμ. Νεκτάριος Αντωνόπουλος



Διαβάζει από το βιβλίο η Ιωάννα Κορομπίλη

Μια Παραγωγή για το Νυχτερινό Ραδιόφωνο της Πειραϊκής Εκκλησίας


13 αρχεία από τις αντίστοιχες εκπομπές. Συνολικό μέγεθος φακέλου: 256 Mb

Μορφή αρχείων mp3

Κατεβάστε από εδώ (δεξί κλικ – αποθήκευση ως …)

http://www.paterikoslogos.com/avraam/monaxos_nikolaos_optinas.rar


Το όνομά του ήταν Γιουσούφ Αμπτνούλ Ογκλί, ήταν Τούρκος μουσουλμάνος από το Μπιτλίς, κοντά στο Ερζερούμ. Γεννήθηκε το 1820. Μια σειρά από θαύματα και όνειρα, ξεκινώντας από την παιδική του ηλικία, τον έκαναν να ενδιαφερθεί για το χριστιανισμό, τον οποίο αρχικά γνώρισε στην αρμένικη εκδοχή του, λόγω γειτνίασης και φιλίας με Αρμένιους χριστιανούς.

Στο Ικόνιο, όπου υπηρετούσε ως ταγματάρχης του τουρκικού στρατού, προσπάθησε να γνωρίσει μεταφυσικές εμπειρίες, ακολουθώντας την παράδοση των δερβίσηδων. Όμως όλες οι προσπάθειές του απέβησαν άκαρπες, αφήνοντάς τον πνευματικά κενό.

Στο ρωσοτουρκικό πόλεμο (1853-1856) αιχμαλωτίστηκε και οδηγήθηκε στη Ρωσία. Αυτό του έδωσε την ευκαιρία να μάθει για την ορθοδοξία και μάλιστα να τη γνωρίσει από κοντά, να μιλήσει με άξιους ιερείς, αλλά και με τον όσιο Φιλάρετο, τον διά Χριστόν σαλό (άγιο που κρύβει την αγιότητά του με προσποιητή παράνοια), που ζούσε στην Τούλα. Απόκτησε επίσης μερικά βιβλία και εικόνες. Όταν απελευθερώθηκε, επέστρεψε στο Ερζερούμ, στη σύζυγο και στο παιδί του, νιώθοντας πλέον στην καρδιά του χριστιανός, όχι μουσουλμάνος. Προσευχόταν διαβάζοντας τους Χαιρετισμούς στο Χριστό και την Παναγία κοντά στις εικόνες τους και στην εικόνα του αγίου Νικολάου, τον οποίο σεβόταν ιδιαίτερα. Συναντούσε επίσης κρυφά χριστιανούς και συζητούσαν για τη χριστιανική πίστη.

Όμως ο πεθερός του, που ήταν μουφτής, έμαθε για το ενδιαφέρον του για το χριστιανισμό και για τα βιβλία που διάβαζε και τον κατάγγειλε στις αρχές. Συνελήφθη, καθαιρέθηκε από αξιωματικός και καταδικάστηκε σε διακόσιους ραβδισμούς! Στο χείλος του θανάτου, παρέμεινε στο νοσοκομείο για έξι μήνες, ενώ τα φρικτά σημάδια δεν έσβησαν ποτέ από το σώμα του (και η θέα τους συγκλόνισε τους μοναχούς της Όπτινα όταν, μετά την κοίμησή του το 1893, του έβγαλαν τα ρούχα για να τον αλλάξουν). Φυλακίστηκε κάτω από απάνθρωπες συνθήκες, που τις επιδείνωνε η συμπεριφορά των συγκρατουμένων του. Στη συνέχεια, μετά από μετακινήσεις και περιπέτειες, στο δρόμο για την εξορία, κάποιοι Αρμένιοι χριστιανοί δωροδόκησαν το συνοδό του και πέτυχαν την απελευθέρωσή του.

Μετά από νέες περιπέτειες, ταξίδια, οδοιπορίες και κυνηγητά, και αφού είχε ταξιδέψει για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, κατέφυγε ξανά στη Ρωσία, όπου τελικά, το 1874, εκπλήρωσε τον πολυετή πόθο του και βαφτίστηκε χριστιανός. Μπαίνοντας στο ναό του αγίου Νικολάου του Καραντίν για τη βάφτισή του, αναγνώρισε την εκκλησία που είχε δει σε όνειρο πριν από δεκαετίες και, στην εικόνα του αγίου Νικολάου, αναγνώρισε τον ιερέα που τον είχε κοινωνήσει στο όνειρό του.

Ταξίδεψε για κάποια χρόνια μέσα στη Ρωσία ως προσκυνητής και περνώντας από το σπουδαίο μοναστήρι της Όπτινα (αυτό το φυτώριο αγίων) μίλησε με το μεγάλο πνευματικό διδάσκαλο της Ρωσίας άγιο Αμβρόσιο, ο οποίος του πρότεινε να μονάσει εκεί. Έτσι εντάχθηκε στην αδελφότητα της μονής, με την καθοδήγηση δύο άλλων μεγάλων αγίων, των γερόντων Ανατόλιου και Βαρσανούφιου. Με προτροπή του αγίου Ανατόλιου, διηγήθηκε λεπτομερώς τη ζωή του στον άγιο Βαρσανούφιο, ο οποίος, καθώς φαίνεται, την κατέγραψε στο χειρόγραφο που έφτασε ώς εμάς.

Ως μοναχός αγωνίστηκε σκληρά στην επιστήμη της νοεράς προσευχής, αντιμετώπισε σκληρές δαιμονικές επιθέσεις και αξιώθηκε σε ουράνιες οπτασίες, τις οποίες κοινοποίησε στον πνευματικό του, τον άγιο Βαρσανούφιο (πνευματικός πατέρας ή απλώς «πνευματικός» = ο προσωπικός δάσκαλος ενός χριστιανού σε ζητήματα πίστης, που κατά κανόνα είναι και ο εξομολόγος του).

Κοιμήθηκε στις 18 Αυγούστου 1893 και οι γέροντες Ανατόλιος και Βαρσανούφιος αναγνώρισαν ότι ήταν άγιος. Στο πρόσωπό του αναφέρθηκε αργότερα και ο σπουδαίος Ρώσος πνευματικός συγγραφέας Σέργιος Νείλος (1862-1929) στο βιβλίο του Ουράνιες φωνές, Τσάρσκογιε Σελό, 1905.

Όσιος Μακάριος της Όπτινα (7 Σεπτεμβρίου)


Προσκυνητής
 
 Ἕνας τῶν πλέον ἐμπνευσμένων Γερόντων τῆς Ὄπτινα, ἀνάστημα τοῦ Στάρετς Λεωνίδα (+ 1841).
Ὁ κατά κόσμον Μιχαήλ γεννήθηκε τό 1788 στό χωριό Ζελεζνίκι τῆς Καλούγας, ἀπό γονεῖς εὐγενεῖς καί εὐσεβεῖς. Σέ ἡλικία 22 ἐτῶν καί ἐνῶ εἶχε τελειώσει τίς σπουδές του καί ἐργαζόταν στό ἐπαρχιακό θησαυροφυλάκιο, πῆγε γιά προσκύνημα στή Μονή τοῦ Πλοστσάνσκ καί ἔμεινε ἐκεῖ, γοητευμένος ἀπό τήν ἡσυχαστική ζωή τῶν μοναχῶν καί τήν πνευματική προσωπικότητα τοῦ Γέροντος Ἀθανασίου (μαθητοῦ τοῦ ὁσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ), ὁ ὁποῖος τόν ἔφερε σέ ἐπαφή μέ τά Πατερικά κείμενα.


Μετά τήν κοίμηση τοῦ γέροντος Ἀθανασίου (+ 1825), ἦρθε στή Μονή ὁ Στάρετς Λεωνίδας. Τότε ἄρχισε ἡ πνευματική σχέση τῶν δύο ἀνδρῶν. Ὁ νεαρός π. Μακάριος προσκολήθηκε στόν Στάρετς καί τοῦ ἔκανε ἀδιάκριτη καί ἀπόλυτη ὑπακοή, μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του. Τό 1828 ὁ Στάρετς Λεωνίδας ἐγκαταστάθηκε στήν Ὄπτινα καί τό 1834 τόν ἀκολούθησε ὁ π. Μακάριος. Ἀπό τόν Ἡγούμενο τῆς Ὄπτινα Στάρετς Μωϋσῆ ὁρίσθηκε πνευματικός καί ἀργότερα Προϊστάμενος τῆς Σκήτης, τήν ὁποία ὀργάνωσε ὑλικά καί πνευματικά.

Ἡ φήμη του ὡς πνευματικοῦ καθοδηγητή ἔφθασε πολύ μακριά καί ἐκτός τῶν χιλιάδων ἐπιστολῶν πού λάμβανε, πολλοί ἦταν οἱ πιστοί πού ἔφθαναν προσωπικά γιά νά τόν συμβουλευθοῦν.
Τήν τελευταῖα δεκαπενταετία τῆς ζωῆς του, ἀσχολήθηκε μέ ἕνα ἔργο πολύ σημαντικό, τήν ἔκδοση φιλοκαλικῶν ἔργων τοῦ Μεγάλου Στάρετς ὁσ. Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ. Στό ἔργο αὐτό εἶχε τήν συμπαράσταση τοῦ ἐκδότου τοῦ περιοδικοῦ "Ὁ Μοσχοβίτης" Ἰβάν Κιρεγέφσκυ καί τοῦ λογίου Μητροπολίτου Μόσχας ἁγ. Φιλαρέτου, ὁ ὁποῖος τό ἔθεσε ὑπό τήν προστασία του. Συνολικά ἐκδόθηκαν τότε 16 βιβλία.


Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1860. Ὅταν τό 1922 κοιμήθηκε ὁ Στάρετς Ἀνατόλιος ὁ Νεώτερος, κατά τόν ἐνταφιασμό του δίπλα στόν τάφο τοῦ ὁσ. Μακαρίου, "συμπτωματικά" ἄνοιξε ὁ τάφος τοῦ τελευταίου, ἀπ' ὅπου ἀναδύθηκε μία δυνατή εὐωδία πού γέμισε τήν ἀτμόσφαιρα.


 

Τό σῶμα του βρέθηκε ἄφθαρτο. Τότε ὅμως ὁ ἄνεμος τῆς ἀθεϊας κατέστρεφε τά πάντα στή Ρωσία κι οἱ ὑπάρχοντες Πατέρες τῆς Ὄπτινα βιάστηκαν νά τό ξαναθάψουν, ὡσότου ἔρθουν καλλίτερες μέρες, ὁπότε τά Λείψανά του θά μποροῦν νά ἀποκαλυφθοῦν ἐπίσημα καί νά δοθοῦν σέ κοινή προσκύνηση.
Η μνήμη του τιμάται στις 7 Σεπτεμβρίου.

Π. Μπότση, "Πατερικό τῆς Ὄπτινα", σελ. 95 - 96.

churchsynaxarion.

Ὅσιος στάρετσ Βαρσανούφιος: Μέσα ἀπό τό νερό βλέπω τήν σοφία τοῦ Θεοῦ



ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΣΤΑΡΕΤΣ ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΥ.
Τί κάνεις εδώ, πάτερ; Κοιτάζω τον νερό. Και τί βλέπεις; -Εσύ, δεν βλέπεις τίποτα; – Απολύτως, τίποτα. – Μέσα από τον νερό βλέπω την σοφία του Θεού.

Το πλύσιμο του ποτηριού
Δόκιμος ακόμα, μια καλοκαιριάτικη νύχτα περπατούσα ανάμεσα στους κήπους της Σκήτης. Μόνος με μόνο τον Θεό. Πλησιάζοντας την μεγάλη λίμνη βλέπω τον μεγαλόσχημο π. Γεννάδιο. Από τότε πού πέρασε τον κατώφλι της Σκήτης είχαν περάσει 62 ολόκληρα χρόνια.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του δεν έβγαινε καθόλου από την Σκήτη. Είχε λησμονήσει εντελώς τον κόσμο. Στεκόταν ακίνητος με τα μάτια καρφωμένα στο νερό. Με τρόπο διακριτικό, για να μην τον τρομάξω, έκαμα αισθητή την παρουσία μου. Τον πλησίασα, και τον ερώτησα:
- Τί κάνεις εδώ, πάτερ;
- Κοιτάζω τον νερό.
- Και τί βλέπεις;
- Εσύ, δεν βλέπεις τίποτα;
- Απολύτως, τίποτα.
- Μέσα από τον νερό βλέπω την σοφία του Θεού. Γνωρίζεις πολύ καλά, πώς είμαι άνθρωπος ολιγογράμματος. Το μόνο πού κατάφερα και έμαθα στην ζωή μου είναι να διαβάζω τον Ψαλτήρι.Ο Κύριος όμως, δεν με αφήνει στο σκοτάδι, αλλά μου φανερώνει τον άγιο θέλημά Του· σε μένα, τον ταπεινό δούλο Του. Πολλές φορές εκπλήσσομαι πού άνθρωποι μορφωμένοι δεν κατανοούν μερικά άπλα θέματα της πίστεως. Βλέπεις; Όπως όλος αυτός ο ουρανός με τα άστρα αντικαθρεφτίζεται μέσα στο νερό, έτσι και ο Κύριος, όχι μόνο αντικαθρεφτίζεται μέσα στην καθαρή καρδιά, αλλά την κάνει και κατοικία Του. Ένα πράγμα σου λέω. Η χαρά και η μακαριότητα πού αισθάνεται η ψυχή του ανθρώπου πού φρόντισε να καθαρίσει την καρδιά του, δεν περιγράφεται. Τα λόγια του Χριστού «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία» δεν είναι τυχαία! Ανάμεσα και γνωρίζω πόσο απαραίτητο είναι στον άνθρωπο να έχει καρδιά καθαρή, όμως, τόσα χρόνια αγωνίζομαι και ακόμη δεν τον έχω κατορθώσει. Μήπως, μπορείς εσύ να μού εξηγήσεις, τί σημαίνει καρδιά καθαρή;
- Πάτερ, τί υψηλά πράγματα ζητάς από εμένα; Τέτοιες εμπειρίες δεν έχω! Το μόνο πού έχω καταλάβει, και αυτό μόνο από διάβασμα, είναι, πώς η καθαρότητα της καρδιάς ταυτίζεται με την πλήρη απάθεια. Όποιος την έχει κάνει κτήμα του είναι ξένος σε κάθε πάθος.
- Όχι! Αυτός πού λες δεν επαρκεί. Δεν φτάνει να πλύνεις τον ποτήρι. Πρέπει και να τον γεμίσεις με νερό, διαφορετικά δεν έχει καμία άξια. Όταν ο άνθρωπος αγωνιστεί να ξεριζώσει από μέσα του τα πάθη, οφείλει να γεμίσει τον χώρο της καρδιάς του με τις αντίστοιχες αρετές. Μόνο τότε μπορεί να λέει ότι απέκτησε καθαρή καρδιά.

Όσιος Παΐσιος ο Μέγας Μεγάλος στάρετς του μοναστηριού Νεάμτς (1722-1794)


Όσιος Παΐσιος ο Μέγας Μεγάλος στάρετς του μοναστηριού Νεάμτς (1722-1794)
Όσιος Παΐσιος ο Μέγας
Μεγάλος στάρετς του μοναστηριού Νεάμτς
(1722-1794)
Α) Η ζωή του
Ο όσιος Παΐσιος από το Νεάμτς ήταν ένας από τους μεγαλύτερους στάρετς που εγνώρισε ποτέ ο Ρουμανικός μοναχισμός.
Κατά πάσα πιθανότητα ήταν στην καταγωγή Μολδαβός, ίσως να καταγόταν από το γένος των Καντεμίρ. Λόγω των συχνών επιθέσεων των Οθωμανών και Τατάρων, οι πρόγονοί του μετώκησαν και εγκατεστάθησαν στην πόλι Πολτάβα της Μικρορωσίας*. Ο όσιος στάρετς Παΐσιος γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1722 στην Πολτάβα από γονείς ευλαβείς. Ο πατήρ του ήταν ιερεύς στον καθεδρικό ναό της Πολτάβας. Σ’ αυτό το σπίτι υπήρχε η ευλογία του Θεού. Ο Πέτρος (αυτό ήταν το κατά κόσμον όνομα του στάρετς) ήταν το ενδέκατο παιδί από τα δώδεκα αδέλφια. Ορφάνεψε μικρός από πατέρα, και δόθηκε από την μητέρα του για να σπουδάση στην Ακαδημία Μοβιλεάνα του Κιέβου το 1735. Μετά από τέσσερα χρόνια σπουδών, η ψυχή του δεν εύβρισκε ανάπαυσι σ’ αυτά. Αισθανόταν το κάλεσμα για την μοναχική πολιτεία. Το φθινόπωρο του έτους 1739, όταν ήταν μόλις 17 ετών, ανεχώρησε αναζητώντας ένα μοναστήρι και έναν καλό Πνευματικό που θα ήταν τόσο αναγκαίος για την ψυχή του. Επί επτά χρόνια περιπλανιόταν στις περισσότερες σκήτες και μοναστήρια, μεταξύ των οποίων και στην λαύρα Πετσέρσκα. Στο μοναστήρι Μεντβεντέσκι έγινε ρασοφόρος με το όνομα Πλάτων. Μα επειδή δεν ευρήκε ανάπαυσι και πνευματική ησυχία στα μοναστήρια της Ουκρανίας, παρακινήθηκε από το Άγιο Πνεύμα και πέρασε στη Μολδαβία το 1745. Εδώ αγωνίζονταν πολλοί μοναχοί από την Μικρορωσία. Ο Πλάτων εγκαταστάθηκε στην σκήτη Τρεστιένι. Ύστερα επήγε στην σκήτη Κίρνουλ, κοντά στον ποταμό Μπουζάου, όπου ευρισκόταν τότε εκεί και ο ερημίτης Ονούφριος. Το καλοκαίρι του 1746 ανεχώρησε για τον Άθωνα και έζησε λίγο καιρό στην έρημο, κοντά στην Μονή του Παντοκράτορος. Το 1750 ο στάρετς Βασίλειος έκειρε μοναχό τον ερημίτη Πλάτωνα, δίνοντάς του το όνομα Παΐσιος. Απ’ αυτό το έτος ο ταπεινός Παΐσιος άρχισε να δέχεται μαθητάς στην σκήτη του αγίου Προφήτου Ηλιού (Ρωσική), όπου και διέμενε. Έλαβε κατόπιν την ιερωσύνη και έζησε στο Άγιον Όρος συνολικά 17 χρόνια. Το καλοκαίρι του 1763 ήλθε στην Μολδαβία με τους μαθητάς του και κατώκησε στο μοναστήρι Ντραγκομίρνα. Εδώ έμεινε 12 χρόνια -μέχρι τις 14 Οκτωβρίου 1775- αφού δημιούργησε μιαν αδελφότητα από 350 μοναχούς. Το φθινόπωρο του 1775 ήλθε στο μοναστήρι του Σέκου, συνοδευόμενος από 200 μαθητάς. Πάλι το καλοκαίρι του 1779 μετώκησε για τελευταία φορά στην μεγάλη Λαύρα της Μολδαβίας, στο μοναστήρι Νεάμτς

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (1)


Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (1)
ΜΕΡΟΣ Α'
Ασκητής από τα γεννοφάσκια του
Στην πόλι Μάχνοβο της περιφερείας Κιέβου ζούσε κάποτε ο ιερεύς Ανδρέας Γκορενκόβσκυ, εφημέριος του ενοριακού ναού της Γεννήσεως της Θεοτόκου. Τον Οκτώβριο του 1788 η πρεσβυτέρα του Ευφροσύνη (το γένος Γκοσκόβσκυ) απέκτησε δίδυμα. Όταν τα βάπτισαν, το πρώτο το ωνόμασαν Θωμά και το δεύτερο Καλλίνικο. Ήταν και τα δύο πάρα πολύ όμορφα και υγιή. 
Τον καιρό εκείνο συνηθιζόταν οι μητέρες να θηλάζουν μόνες τα μωρά τους. Η Ευφροσύνη θέλησε να τηρήση αυτή την συνήθεια, αν και στην περίπτωσί της το πράγμα ήταν αρκετά δύσκολο, γιατί είχε να κάνη με δύο μωρά. Απέρριψε όλες τις προτάσεις για βοήθεια που της έγιναν από διάφορες παραμάνες. Προς μεγάλην της όμως έκπληξι η Ευφροσύνη διεπίστωσε ότι ο μεγαλύτερος γιος της Θωμάς αρνιόταν επίμονα να θηλάση, στρέφοντας με πείσμα το πρόσωπο του προς την αντίθετη κατεύθυνσι. Μπροστά στον κίνδυνο να τον χάση από ασιτία, η απελπισμένη μητέρα δοκίμασε όλα τα δυνατά μέσα για να τον ταΐση. Αφού αποστρεφόταν κάθε μορφή γάλακτος, τον τάιζε με πατατόζουμο, βρασμένα γογγύλια και καρότα. 

Μητρική άσπλαχνία 
Αυτού του είδους η απόρριψις από το ίδιο το παιδί της δημιούργησε φυσικώ τω τρόπω μια ψυχρότητα για το βρέφος μέσα στην μητρική καρδιά της. Προς επιδείνωσι δε της όλης καταστάσεως κάποιες προληπτικές γειτόνισσες άρχισαν να δίνουν τις δικές τους ερμηνείες στο φαινόμενο, να πλάθουν ανόητες ιστορίες και να θεωρούν τον Θωμά ένα τερατώδες «αρκουδόπαιδο». 
Η Ευφροσύνη από την άγνοια και απλότητά της πίστεψε και έβαλε βαθειά μέσα της όλες αυτές τις προλήψεις. Τρομοκρατήθηκε και η αντιπάθεια της για τον Θωμά μεγάλωσε. «Αυτός δεν είναι ο γιος ο δικός μου», έλεγε. «Δεν ήθελαν να τον βαπτίσουν την ίδια μέρα μαζί με τον Καλλίνικο και γι’ αυτό κάποια μάγισσα τον πήρε κι έβαλε άλλον στη θέσι του». 
Επί έξι μήνες η Ευφροσύνη προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κάνη τον Θωμά να συμπεριφερθή όπως ένα φυσιολογικό παιδί. Ολοένα όμως και διέκρινε σ' αυτόν τις απαρχές κάποιων κλίσεων που της ήταν ακατανόητες. Έτσι η απλοϊκή γυναίκα κατέληξε στο ότι ο Θωμάς ήταν ένα ηθικό τέρας και απεφάσισε να απαλλαγή από αυτόν μια για πάντα. Ένα απόγευμα κάλεσε μια υπηρέτρια και της εμπιστεύθηκε μυστικά τα εξής: 
«Δεν μπορώ άλλο να βλέπω αυτόν τον βρυκόλακα, δεν μπορώ να τον ανέχωμαι μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Αύριο με το χάραμα πήγαινε τον στο ποτάμι και πέταξε τον μέσα. Ορκίσου όμως πως κανένας άλλος εκτός από μας τις δύο δεν πρόκειται να μάθη τίποτε γι’ αυτό». 
Η υπηρέτρια ικέτευσε την μητέρα να σπλαχνισθή το αθώο παιδί. Όμως όσο και αν παρεκάλεσε και έκλαψε και της υπενθύμισε την οργή του Θεού, η ψυχραμένη μητέρα ήταν αμετάπειστη. Τελικά η υπηρέτρια αναγκάστηκε να υπακούση. 

Το τριπλό θαύμα της διασώσεως 
Πρωί-πρωί, ίσα που φώτιζε, η υπηρέτρια πήρε τον Θωμά στα χέρια της, έτρεξε στο ποτάμι και κάνοντας το σημείο του σταυρού πάνω στο παιδί το έρριξε στο νερό. Τότε συνέβη κάτι το θαυμαστό. Ο Θεός θέλησε να διαφύλαξη το παιδί: Ο Θωμάς ανήλθε στην επιφάνεια του νερού και έπλευσε ήσυχα μέχρι την αντίπερα όχθη, όπου βγήκε στην ξηρά. 
Βλέποντας το αυτό η υπηρέτρια τρομοκρατήθηκε. Έχοντας ήδη διαπράξει ένα έγκλημα και φοβούμενη την οργή της κυρίας της θέλησε να δώση ένα σύντομο τέλος στην φοβερή υπόθεσι. Διέσχισε το ρεύμα και πήρε τον Θωμά στα χέρια της. Το παιδί κοιμόταν αμέριμνα και ειρηνικά. Διώχνοντας κάθε σκέψι η υπηρέτρια πέταξε γρήγορα το μωρό στο ποτάμι για δεύτερη φορά. Όμως είδε και πάλι την δύναμι του Θεού: Τα κύματα μετέφεραν τον Θωμά σ' ένα μικρό νησάκι που είχε σχηματισθή μέσα στο ποτάμι και τον απέθεσαν απαλά πάνω στην λεπτή άμμο.

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος ο Κολυβάς (Κώστο Πάρου 1722 - Ρεστά Χίου 1813)




Εορτή: 24 Ιουνίου
Μεγάλος άγιος σύγχρονος, και δάσκαλος του γένους. Και όπως συνήθως οι δίκαιοι... διωγμένος.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ

«Σοφία κοσμούμενος, παντοδαπεί ευσεβώς, διδάσκαλος ένθεος, της Εκκλησίας Χριστού, και βίου ορθότητος, στήλη λαμπρά ωράθης, Αθανάσιε Πάτερ. Όθεν η νήσος Πάρος, τη ση δόξη καυχάται, και πάντες σου τα θεία, τιμώμεν προτερήματα».

 

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Α). Γέννηση - Ανατροφή: Ο Όσιος γεννήθηκε το 1722, κατ’ άλλους το 1723, στο Κώστο της  Πάρου, και πήρε το όνομα Αθανάσιος. Ο πατέρας του ονομαζόταν Απόστολος  Τούλιος με καταγωγή από τη Σίφνο, αλλά κατοίκησε στο Κώστο, αφού νυμφεύτηκε  Κωστιανή. Εκεί διδάχτηκε τα πρώτα του γράμματα. Επειδή του άρεσαν πολύ τα γράμματα ο πατέρας του τον έγραψε μετά στην Σχολή  της Μονής Αγίου Αθανασίου Ναούσης Πάρου. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που συνηγορούν ότι σπούδασε μετά στη «Σχολή του Παναγίου Τάφου» στη Σίφνο και κατόπιν με έξοδα της Μονής Αγίου Αντωνίου Κεφάλου στην «Σχολή της Άνδρου». Πάντως δεν συμφωνούν όλοι οι βιογράφοι του γι’ αυτό.

Β). Ανώτερες  Σπουδές: Το 1745 (23 ετών) αποχαιρετά  τους γονείς του και φτάνει στη Σμύρνη, γιατί φλέγεται για μάθηση. Γράφεται λοιπόν στην ξακουστή  «Ευαγγελική Σχολή». Στη Σχολή αυτή φοίτησαν ο Αδαμάντιος Κοραής και ο Νικόλαος  Καλλιβούρτσης (δηλ. ο μετέπειτα στενός του συνεργάτης  Νικόδημος Αγιορείτης).  Έμεινε εκεί έξι ολόκληρα χρόνια.
      Όταν πληροφορήθηκε την λειτουργία της «Αθωνιάδας Σχολής» με Δ/ντή τον γνωστό για τις γνώσεις του Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, από την Πάτρα, εγγράφεται αμέσως (1751). Τον επόμενο χρόνο αναλαμβάνει Δ/ντής ο Διάκονος τότε  αλλά σπουδαίος Κερκυραίος Ευγένιος Βούλγαρης. Από τον Νεόφυτο εκπαιδεύτηκε στα «Γραμματικά» και στα «Περί Συντάξεως» του Θεοδώρου Γαζή. Τον Ευγένιο είχε δάσκαλο στα φιλοσοφικά μαθήματα και τις υπόλοιπες επιστήμες της εποχής. Δεν αρκείται σ’ αυτά. Αλλά “τρυπώνει” στην κυριολεξία στις βιβλιοθήκες των Ι. Μονών του Αγίου Όρους.
      Βέβαια η Ορθοδοξία δεν είναι γνώσεις, γι’ αυτό βιώνει στη Λατρευτική ζωή τις αλήθειες. Κατόπιν καταγίνεται με την Ρητορική και το Κήρυγμα, αφού έχει μπροστά στα μάτια του το υπόδουλο Γένος. Το ανάστημά του αρχίζει να φαίνεται. Οι συμφοιτητές του τον συμβουλεύονται και ο Ευγένιος τον καθιστά δεξί του χέρι. Το 1757 (35 ετών). Διετέλεσε και καθηγητής στη Σχολή.

Γ). Δάσκαλος-Σχολάρχης: Η φήμη του ξεπέρασε τα όρια του Άθωνα. Έτσι οι Θεσσαλονικείς τον θέλουν για τη Δ/νση της Σχολής τους. Με παρότρυνση  αλλά και πίεση του Ευγένιου δέχεται, αφού στην αρχή αρνήθηκε λόγω του βάρους της ευθύνης. Έτσι διευθύνει τη Σχολή επιτυχώς για τέσσερα χρόνια (1758-1762). Το 1762 η Σχολή κλείνει γιατί έγινε επιδημία πανώλης.
       Καταφεύγει κατόπιν στην Κέρκυρα. Εδώ διδάσκει και διευθύνει μια σχολή ο Νικηφόρος Θεοτόκης. Δεν έχασε  λοιπόν την ευκαιρία να συμπληρώσει τις σπουδές του (40 ετών). Τότε τον καλεί στο Μεσολόγγι ο φίλος του και συμμαθητής του στην Αθωνιάδα  Παναγιώτης  Παλαμάς. Είχε ιδρύσει από το 1760 την «Παλαμιαία Σχολή». Ανταποκρίνεται αμέσως. Η Σχολή προοδεύει και λειτουργεί συνεχώς μέχρι το 1821.
Ειδικά μετά τα Ορλωφικά (1768-1774) ήταν σε ακμή. Μέχρι το 1771 ο ρόλος του Αθανάσιου είναι καθοριστικός.
       Τότε ο Αθανάσιος λαμβάνει ειδική επιστολή από το Πατριαρχείο: «Η μεγάλη του Χριστού Εκκλησία δια γραμμάτων  Συνοδικών τον παρακαλεί ν’ απέλθει εις Άγιον Όρος ως διδάσκαλος και σχολάρχης της Αθωνιάδος  Σχολής μετά τον αοίδιμον Ευγένιον». Έτσι η περίοδος 1771-1777  είναι λαμπρά. Την περίοδο αυτή παρεπιδημεί  στο Άγιο Όρος ο (Άγιος) Μακάριος Νοταράς, ο οποίος τον προτρέπει να χειροτονηθεί. Ο Αθανάσιος υπακούει και χειροτονείται απ’ τον ίδιο πρεσβύτερος (είναι περίπου 55 ετών).
       Το 1777, πικραμένος  από τον  τρόπο που αντιμετωπίστηκαν οι «Κολλυβάδες» και μετά από κάλεσμα επιστρέφει ως Σχολάρχης στη Σχολή της Θεσσαλονίκης. Διευθύνει την Σχολή για 6 έτη (1777-1783) ή για άλλους 8 έτη (1777-1785). Εννοείται πως η Θεσσαλονίκη τον γνώρισε και στο Θυσιαστήριο και στον  Άμβωνα  ως Ιερέα, αυτόν τον συνεχιστή των παραδόσεων.