Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

ΑΓΙΟΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ ΤΗΣ ΤΣΕΡΝΙΚΑΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ



Ὁ ἅγ. Καλλίνικος τῆς Τσερνίκας.
Εἰκόνα τοῦ Ἁγίου πού βρίσκεται πάνω ἀπό τήν λάρνακα τῶν Λειψάνων του, στό Καθολικό τῆς Μονῆς Τσερνίκας, στό Βουκουρέστι.

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
Ὁ ἅγ. Καλλίνικος τῆς Τσερνίκας εἶναι μία τῶν σπουδαιοτέρων μορφῶν τῆς Ρουμανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Μέ τήν πολύπλευρη προσωπικότητά του — στήν ὁποία συνυπάρχουν ἡ ὁσιακή ζωή τοῦ κοινοβιάτη Μοναχοῦ, ἡ ἐμπνευσμένη ἐκκλησιαστική διακονία τοῦ Καθηγουμένου καί τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ ἔνθεος ζῆλος γενικῶς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἐργάτου καί τά Ἁγιοπνευματικά χαρίσματα τῆς προοράσεως καί τῶν ἱαμάτων — κατέχει ἰδιαίτερη θέση στήν σεπτή χορεία τῶν Ρουμάνων Ἁγίων.
Ὁ εὐλογημένος αὐτός ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐξαιρετικά κοντινός πρός τήν ἐποχή μας. Ἔζησε τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 στίς Παραδουνάβιες Ἡγεμονίες — τῆς ὁποίας, μάλιστα, ἔγραψε καί Χρονικό — καί ὅταν κοιμήθηκε (τό 1868), ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος διήνυε τίς πρώτες δεκαετίες τοῦ Αὐτοκεφάλου της.
Ὁ ἅγ. Καλλίνικος — ὅπως, ἄλλωστε, τό σύνολο σχεδόν τῶν Ἁγίων τῶν ἐκτός Ἑλληνικῆς Ὀρθοδοξίας ὁμοδόξων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν — εἶναι ἄγνωστος «ἐν πολλοῖς» στούς ἑλληνόφωνους Ὀρθοδόξους. Κι ὅμως ὁ κουρασμένος ὁδοιπόρος τῆς ἐποχῆς μας — τῆς ἐποχῆς τοῦ ἄγχους καί τῆς διαβολικῆς ταραχῆς, τῆς ἀνησυχίας καί τῆς ἀνασφάλειας, τῆς ἀποστασίας ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Πίστη καί τίς ἠθικές ἀρχές τοῦ Εὐαγγελίου — μπορεῖ νά διδαχθεῖ πολλά ἀπό τήν «ἐν Χριστῷ» ζωή τοῦ ἁγ. Καλλινίκου, γιά τό πῶς ἐκεῖνος βρῆκε τόν δρόμο τῆς προσωπικῆς του σωτηρίας καί γιά τό πῶς ἐργάσθηκε γιά τήν σωτηρία του καί τήν μητέρα του Ἐκκλησία, σέ μία ἐποχή ταραγμένη καί ρευστή, ὅπως ἐκείνη τοῦ 19ου αἰ. στήν Τουρκοκρατούμενη Ρουμανία.
Ἡ πρώτη ἐπαφή τοῦ γράφοντος μέ τόν ἅγ. Καλλίνικο ἔγινε μέσῳ τοῦ σχετικοῦ δημοσιεύματος στό ἔργο Ρουμάνου Ἱερομονάχου Ἰωαννικίου Μπάλαν «Ρουμανικό Γεροντικό» (μετάφρασις Ἱ. Μ. Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, ἔκδοσις ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΥΨΕΛΗΣ, Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 255 — 279) καί τοῦ ἀντιστοίχου τοῦ μ. Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτη στό «Ὁδοιπορικό τῆς Ὀρθοδόξου Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας» (ἔκδοσις ΑΘΩΣ, σελ. 135 — 141).
Τόν Ἰανουάριο τοῦ 1990, ὁ Βίος τοῦ ἁγ. Καλλινίκου παρουσιάσθηκε ἀπό τόν γράφοντα σέ ἑσπερινή ἐκδήλωση στό Πνευματικό Κέντρο ἁγ. Γεωργίου Περιστερίου, παρουσίᾳ Ἀρχιερέων, Κληρικῶν καί δεκάδων εὐσεβῶν ἁγιοφίλων. Ἡ παρουσίαση ἐκείνη συνοδεύθηκε ἀπό προβολή διαφανειῶν, σχετικῶν μέ τόν παρουσιαζόμενο Ἅγιο καί τήν Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας.
Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1992 ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἀξίωσε τόν γράφοντα νά ἐπισκεφθεῖ γιά πρώτη φορά τήν Ρουμανία. Κύριος τόπος προσκυνήματος τότε ὑπῆρξε ἡ Μητρόπολις τοῦ Ρουμανικοῦ Μοναχισμοῦ, ἡ ἱστορική Μονή Νεάμτς στήν Μολδαβία, ὅπου τά χαριτόβρυτα Λείψανα τοῦ «Πατρός τῆς Σλαβωνικῆς Φιλοκαλίας» ὅσ. Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ. (Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή ἔγινε ἐπίσκεψη καί στίς Μονές Μεταμ. Σωτῆρος Σλατιοάρας, Ζωοδόχου Πηγῆς Μπρατατσέλ καί Ἁγίας Τριάδος Κούκουβα).
Μία δεύτερη ἐπίσκεψις στήν Ρουμανία πραγματοποιήθηκε τόν Νοέμβριο τοῦ 2000, στά πλαίσια ἐκκλησιαστικῆς ἀποστολῆς. Τήν φορά αὐτή πέραν τῶν ἐπισκέψεων στόν Πατριαρχικό Ναό τῶν ἁγ. Κωνσταντίνου καί Ἑλένης Βουκουρεστίου (ὅπου τό ἀδιάφθορο Λείψανο τοῦ ὁσ. Δημητρίου Μπασαράμπη), τοῦ Ναοῦ τοῦ ἁγ. Γεωργίου τοῦ Νέου (ὅπου ἡ τιμία δεξιά τοῦ ἁγ. Νικολάου ἀρχιεπ. Μύρων) καί τῶν Μονῶν ἁγ. Ἀνθίμου τοῦ Ἴβηρος καί Πασάρεα, ἀξιωθήκαμε τῆς ἐπισκέψεως καί τῆς Μονῆς Τσερνίκας, ὅπου προσκυνήσαμε τά θαυματουργά Λείψανα τοῦ ἁγ. Καλλινίκου καί διαπιστώσαμε τήν τιμή καί τήν εὐλάβεια πού ἀπολαμβάνει ὁ Ἅγιος ἀπό τόν «κατά παράδοσιν» Ὀρθόδοξο Ρουμανικό λαό.

Σύγχρονοι ασκητές μέ προορατικό χάρισμα...


RUSS-optina

Τό Μοναστήρι τής Όπτινα στήν Ρωσία



Στήν συνείδησι τοῦ λαοῦ τά λόγια τοῦ στάρετς Ἀμβροσίου εἶχαν κῦρος προφητικό. Δέν ἦταν λόγια πού προέρχονταν ἀπό τήν σκέψι καί τήν κρίσι ἑνός κατά κόσμον σοφοῦ, ἀλλά ἑνός ἀνθρώπου φωτισμένου ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα.
Στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι γραμμένο: «Ἔγνωσαν πᾶςἸσραήλ ἀπό Δάν καί ἕως Βηρσαβεέ ὅτι πιστός Σαμουήλ εἰς προφήτην τῷ Κυρίῳ» (Α΄ Βασ. γ΄: 20).
Θά μπορούσαμε ἀντίστοιχα νά λέγαμε, ὅτι ὅλος ὁ εὐσεβής Ρωσικός λαός ἀπό τήν μία ἄκρη τῆς χώρας ἕως τήν ἄλλη ἀντελήφθη ὅτι ὁ π. Ἀμβρόσιος ἐμφορεῖτο ἀπό γνήσιο προφητικό πνεῦμα.
Οἱ λόγοι του δέν ἔμοιαζαν μέ ἄχυρα, ἀλλά ἦταν γνήσιο σιτάρι μέ τό ὁποῖο οἱ Χριστιανοί μποροῦσαν νά παρασκευάσουν ἐκλεκτόν ἄρτο. Ἡ συνέχεια τοῦ λόγου θά πιστοποιήση κατά τόν καλύτερο τρόπο τά λεγόμενά μας.
Ὑπῆρχαν λοιπόν Χριστιανοί πού πρίν ἀρχίσουν κάποιο σοβαρό ἔργο ζητοῦσαν ἀπαραιτήτως τήν εὐλογία τοῦ στάρετς.
Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτούς ἦταν καί ὁ Καπίτων ἀπό τήν πόλι Κοζέλσκ, πατέρας ἑνός ἀρκετά προικισμένου παιδιοῦ. Ὅταν ἦρθε ἡὥρα νά προχωρήση ὁ γυιός του σέ ἀνώτερες σπουδές ἀπεφάσισθη μία ἐπίσκεψις στήν Ὄπτινα...
Ὁ στάρετς δέν εἶχε καμμία ἀντίρρησι γιά τίς σπουδές. Γι᾿ αὐτές ἔδινε ἀνεπιφύλακτα τήν εὐλογία του. Δέν συμφωνοῦσε ὅμως μέ τήν πόλι καί συνιστοῦσε ἀντί τῆς Μόσχας τήν Κούρσκ (ὡς γνωστόν ἡ πόλις αὐτή ὑπῆρξε πατρίς τοῦ Ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ).
«Μά, πάτερ», ἔλεγε ὁ Καπίτων, «στήν Κούρσκ δέν ἔχουμε κανέναν γνωστό. Πῶς νά τό στείλουμε ἐκεῖ τό παιδί; Δῶστε λοιπόν, σᾶς παρακαλοῦμε τήν εὐλογία σας γιά τήν Μόσχα». Τότε ὁ στάρετς σέ τόνο κάπως ἀστεῖο τοῦ ἀπαντᾶ:
«Ἡ Μόσχα, ἀγαπητέ μου, σέ πιάνει ἀπό τήν μύτη καί σέ κτυπᾶ μέ τίς σανίδες».
Τελικά ὁ στάρετς δέν εἰσακούσθηκε, καί ὁ νεαρός σπουδαστής ἐγκατεστάθη στήν Μόσχα, σ᾿ἕνα σπίτι πού τότε κατασκευαζόταν -- Κατά τό ἥμισυ ἦταν κτισμένο. Οἱ σπουδές του προχωροῦσαν ἀρκετά καλά καί ὅλα γενικῶς ἐπήγαιναν κατ᾿ εὐχήν.

Ὁ πατέρας αἰσθανόταν εὐχαριστημένος, μέχρι πού ἔλαβε ἕνα ἀνησυχητικό τηλεγράφημα. Ἔπρεπε ἐπειγόντως νά ξεκινήση γιά τήν Μόσχα. Καί τί νά ιδῆἐκεῖ;

Καί τά δυό πόδια τοῦ γυιοῦ του σπασμένα! Εἶχαν πέσει ἐπάνω των βαρειά σανίδια ἀπό τίς σκαλωσιές τοῦ σπιτιοῦ, τά πλάκωσαν μέ δύναμι καί τά συνέτριψαν. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά μείνη γιά πάντα ἀνάπηρος.

Ὅταν ὁ Καπίτων ἐπισκέφθηκε πάλι τόν στάρετς, τά μάτια του ἔτρεχαν συνεχῶς δάκρυα. «Ἄχ, πάτερ»,  ἔλεγε, «γιατί νά μή σᾶς ἀκούσω; Γιατί νά μή σᾶς ἀκούσω;»

Τί θαυμασμό πού προκαλοῦσαν οἱ γνώσεις τοῦ στάρετς! Πήγαινες νά συζητήσης μαζί του τά προβλήματά σου καί ἀνεκάλυπτες ὅτι γνώριζε λεπτομέρειες τῆς περασμένης σου ζωῆς πού ἐσύ οὔτε κἄν τίς ἐνθυμεῖσο.
-- Σέ μία ἀπό τίς πολλές μου ἐπισκέψεις στόν στάρετς Ἀμβρόσιο, διηγεῖτο κάποιο πνευματικό του τέκνο, μοῦ ἔδωσε σάν εὐλογία τό βιβλίο «Ἡ βασιλική ὁδός τοῦ σταυροῦ τοῦ Κυρίου». Συγχρόνως μοῦ εἶπε: Νά τό διαβάζης συχνά».
«Μπάτουσκα -- τοῦ ἀνέφερα -- μοῦ τό ἔχετε καί ἄλλη φορά δώσει αὐτό τό βιβλίο».
«Σοῦ τό ἔδωσα. Τό διάβασες ὅμως;»
«Μοῦ φαίνεται πώς τό διάβασα».
«Ὄχι, ὄχι. Ὅπως ἦταν τυλιγμένο τό ἔκανες δῶρο».
Σκέφθηκα λίγο καί ἐνθυμήθηκα ὅτι ἔτσι εἶχε γίνει. Ὁ στάρετς εἶχε δίκιο. Ἀκοῦς ἐκεῖ!  Ἐγώ νά τό ἔχω λησμονήσει ἐντελῶς κι᾿ἐκεῖνος νά τό γνωρίζη ἐπακριβῶς! Καί δέν ἦταν μόνο αὐτό. Θά μποροῦσα νά διηγηθῶ πολλές παρόμοιες περιπτώσεις πού ἀφοροῦσαν θέματα τῆς οἰκογενείας μας.
Κάτι σχετικό εἶχε νά διηγηθῆ καί ὁ π. Μισαήλ, μοναχός τῆς Ὄπτινα.
Ὅταν ἀκόμη εὑρισκόμουν στόν κόσμο ἔτυχε νά ἀρρωστήσω σοβαρά. Ἔγραψα λοιπόν στήν Πετσέρσκαγια Λαύρα, στό Κίεβο, νά μοῦ στείλουν ἕναν κατάλογο πνευματικῶν βιβλίων. Σκεπτόμουν, μόλις ἀναρρώσω, νά ἐπιδοθῶ στήν μελέτη τους. Ὅταν ὅμως ἔγινα καλά λησμόνησα νά πραγματοποιήσω τίς σκέψεις μου, καί τά βιβλία ἔμειναν ἀδιάβαστα. Σέ δεκαπέντε χρόνια κοινοβίασα ἐδῶ καί ὁ ζῆλος μου γιά ἱερές ἀναγνώσεις ζωντάνεψε.
Ἀπεφάσισα λοιπόν νά παραγγείλω πάλι βιβλία στό Κίεβο καί ζήτησα γι᾿ αὐτό τήν εὐλογία τοῦ στάρετς. Τά λόγια του μοῦ δημιούργησαν κατάπληξι. «Γιατί νά παραγγείλης νέο κατάλογο; Μπορεῖς νά χρησιμοποιήσης τόν παλαιό».
Καί δέν μποροῦσα παρά νά ἐκπλαγῶ, ἐφ᾿ὅσον ὁ στάρετς ἀνθρωπίνως ἦταν ἐντελῶς ἀδύνατον νά γνωρίζη τήν παραγγελία πού εἶχα κάνει ἐγώ πρίν ἀπό δεκαπέντε χρόνια.
Πολλοί ἄνθρωποι ἀναφερόμενοι σέ μελλοντικά γεγονότα μπορεῖ νά ἀληθεύσουν στίς προβλέψεις τους. Κάνοντας διαφόρους ὑπολογισμούς προσδιορίζουν κάπως τήν πιθανή ἐξέλιξι τῶν πραγμάτων.
Ἀλλά τό μέλλον κρύβει καί ἀπροσδόκητες ἐκπλήξεις. Τό μάτι ὅμως τοῦ θεοφόρου στάρετς μποροῦσε νά διακρίνη καί ὅσα ξέφευγαν ἀπό κάθε δυνατή πιθανότητα.
Δύο ἀδελφές ἀπό τήν Πετρούπολι πῆραν τήν ἀπόφασι νά ταξιδεύσουν μέχρι τήν Ὄπτινα. Ἡ μεγαλύτερη ἦταν ἄνθρωπος κλειστός, σοβαρός καί θεοφοβούμενος -- ὅτι ἔπρεπε γιά μοναχή.
Ἡ μικρότερη, τύπος χαρούμενος καί ἐξωστρεφής, τό ἐντελῶς ἀντίθετο ἀπό τήν ἀδελφή της. Ἡ πρώτη θά ζητοῦσε ἀπό τόν στάρετς εὐλογία γιά νά γίνη μοναχή.
Ἡ δεύτερη, η χαρούμενη, γιά νά κάνη ἕναν εὐτυχισμένο γάμο -- ἦταν ἤδη μνηστευμένη. Ἔφθασαν στό κελλί του καί συζήτησαν τά θέμετά τους.
Καθώς τίς ἀποχαιρετοῦσε ὁ π. Ἀμβρόσιος δίνει σάν εὐλογία στήν μικρότερη, στήν χαρούμενη, ἕνα κομποσχοίνι! Κομποσχοίνι σ᾿ αὐτή πού ἑτοιμαζόταν γιά γάμο! Πρᾶγμα παράδοξο!
Καί στήν ἄλλη λέει: «Ἐσύ νά μή μιλᾶς γιά Μοναστήρι. Πρόκειται νά παντρευθῆς καί μάλιστα ἐδῶ κοντά».
Οἱ προβλέψεις τοῦ στάρετς φάνηκαν καί στίς δύο ἀδελφές περίεργες. Τελικά ὅμως δέν ἀστόχησαν. Ἐπιστρέφοντας ἡ μικρότερη στήν Πετρούπολι ἔμαθε κάτι τό θλιβερό εἰς βάρος τοῦ ἀρραββωνιαστικοῦ της.
Καταπικραμένη τότε ἐγκατέλειψε τόν κόσμο καί πῆγε σ᾿ἕνα Μοναστήρι ν᾿ἀφιερώση τήν ζωή της στόν οὐράνιο Νυμφίο. Στήν μεγαλύτερη ἐστάλη μία ἐπιστολή.
«Ἀφοῦἐνδιαφέρεσαι γιά τήν μοναχική ζωή -- τῆς ἔγραφε κάποια θεία της -- ἔλα στό Σαμορτῖνο νά τήν γνωρίσης. Ὑπάρχει ἐδῶ καλό γυναικεῖο Μοναστήρι».
Ἀλλά μία γνωριμία πού ἔκανε στό σπίτι τῆς θείας της εἶχε ὡς συνέπεια τόν γάμο. Τά πράγματα δηλαδή ἐξελίχθηκαν ὅπως ἀκριβῶς τά προεῖπε ὁ στάρετς.
Οἱ εὐσεβεῖς Χριστιανοί γονεῖς πάντοτε πρίν ἀπό κάθε σοβαρή ὑπόθεσι ζητοῦσαν τήν εὐλογία τοῦ π. Ἀμβροσίου.
Σέ θέματα ἀποκαταστάσεως τῶν παιδιῶν τους δέν προχωροῦσαν ποτέ χωρίς τήν ἔγκρισί του.
Τήν ἐνάρετη κόρη μιᾶς εὐγενοῦς χήρας, σέ κάποια πόλι τῆς ἐπαρχίας Σμολένσκ, πολλοί τήν ζητοῦσαν ὡς σύζυγο. Κάθε φορά πού ἡ μητέρα ἀνέφερε στόν στάρετς τήν περίπτωσι, ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε:
«Μή βιάζεσθε. Νά περιμένετε». Κάποτε πού βρέθηκε ἕνα ἐκλεκτό καί σοβαρό πρόσωπο ἡ μητέρα παρακαλοῦσε εἰδικά τόν στάρετς νά δώση τήν εὐλογία του.
«Νά μή προχωρήσετε, ἀπήντησε ἐκεῖνος, γιατί τήν κόρη σου τήν περιμένει ἄλλος νυμφίος. Θά εἶναι τόσο ὑπέροχος, ὥστε ὅλοι θά ζηλέψουν τήν τύχη της. Ἄς περιμένουμε λίγο. Ἄς ἑορτάσουμε πρῶτα τό Πάσχα. Ὤ! τί ὡραῖα πού ἀνατέλλει ὁἤλιος τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως! Ἄς ἀπολαύσουν τά μάτια μας τό ἐξαίσιο θέαμα. (Ὀ στάρετς ἐστράφη τότε στήν κόρη -- ἦταν καί αὐτή παροῦσα). Πρόσεξε! Μή τό ξεχάσης!»
Τί ἐσήμαιναν ἆραγε τά αἰνιγματικά λόγια τοῦ στάρετς; Ὁ Κύριος εἶχε ἀποφασίσει νά καλέση κοντά Του τήν κόρη, ὅσο ἀκόμη φοροῦσε τόν παρθενικό χιτῶνα. Γι᾿ αὐτές τίς ἐξαιρετικές περιπτώσεις ἡ Γραφή σημειώνει: «Ἀρεστή ἦν Κυρίῳἡ ψυχή αὐτῆς» καί «Ἡρπάγη, μή κακία ἀλλάξῃ σύνεσιν αὐτῆς» (Σ. Σολομ. δ΄: 14, 11).
Μόλις ξημέρωνε τό Πάσχα, ἡ κόρη κοίταζε πρός τήν ἀνατολή. «Μητέρα! Μητέρα! ἀνεφώνησε μέ τά χέρια ἁπλωμένα. Βλέπω τόν Κύριο ἀνεστημένο ἐν δόξῃ. Μέ καλεῖ κοντά του. Θά φύγω πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως». Ἔτσι καί ἔγινε. Μία ἑβδομάδα πρίν ἀπό τήν Ἀνάληψι, ἔπειτα ἀπό κάποια σύντομη ἀρρώστια ἡ κόρη ἀνεψχώρησε.
Ἡ παρθενική ψυχή της μέ τήν συνοδεία πασχαλινῶν ὕμνων ὡδηγήθηκε ἀπό τούς ἀγγέλους κοντά στόν ἀθάνατο Νυμφίο. Ὅ,τι εἶχε προβλέψει ὁ πνευματοφόρος στάρετς πραγματοποιήθηκε μέ κάθε λεπτομέρια. Καί τό ὅραμα καί τήν ὥρα καί τήν ἡμέρα καί τήν σύντομη ἀναχώρησι καί τούς οὐρανιους γάμους... ὅλα τά εἶχε ἰδεῖὁ προφητικός του ὀφθαλμός.
Ὑπῆρχαν περιπτώσεις πού ἡ παρέμβασις τοῦ στάρετς ἔσωζε ἀπό ἀνυπολόγιστα κακά. Τό περιστατικό πού θά διηγηθοῦμε θυμίζει λίγο τόν προφήτη Ἐλισσαῖο. Ὁ προφήτης αὐτός μέ τό ὀξύ του βλέμμα διέκρινε ἀπό μακρυά τίς ἐνέδρες τῶν Σύρων καί προστάτευε ἔτσι τόν Ἰσραήλ (Δ΄ Βασ. στ΄: 8 -12).
Κάποια φορά πού ἑτοιμαζόταν νά ἀναχωρήση ἀπό τήν Ὄπτινα ἕνας τεχνίτης, ὁὁποῖος ἐγκατέστησε τότε στόν Ναό ἕνα καινούργιο εἰκονοστάσιο, ὁ στάρετς εἶδε μέ τά προφητικά του μάτια ἕνα φοβερό θέαμα. Σ᾿ἕνα δάσος, κοντά στόν δρόμο, παραμόνευαν δύο ἄνδρες κρατῶντας μαχαίρια.
Ἦταν παλαιοί μαθητευόμενοι τοῦ τεχνίτου αὐτοῦ· ἐγνώριζαν πώς θά ἐπέστρεφε μέ ἀρκετά χρήματα καί περίμεναν νά περάση ἀπ᾿ἐκεῖ γιά νά τόν φονεύσουν.
Ἐνῶὁ τεχνίτης ἀποχαιρετοῦσε τόν στάρετς δέχθηκε μία πρόσκλησι: νά τόν ἐπσκεφθῆ πάλι τήν ἄλλη ἡμέρα τό πρωΐ καί νά πάρη ἕνα τσάΐ.
Ἐκεῖνος παρ᾿ὅλο πού βιαζόταν νά ἐπιστρέψη στήν πατρίδα του -- τόν ἐπίεζαν καί λόγοι ἐπαγγελματικοί -- δέν ἐτόλησε νά ἐρνηθῆ. Τό πρωΐ ὁ στάρετς τόν προσκάλεσε πάλι γιά τό ἀπόγευμα, τό ἀπόγευμα γιά τό ἄλλο πρωΐ καί μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο τόν καθυστέρησε τρεῖς ἡμέρες ἀπό τό ταξείδι του.
Εἶναι ἀλήθεια πώς λυπήθηκε γιά τήν ἀργοπορία, ἀλλά δέν ἄργησε νά πανηγυρίζη γι᾿ αὐτήν, ὅταν πληροφορήθηκε πώς τρεῖς ἡμέρες καί τρεῖς νύχτες τόν παραμόνευαν γιά νά τόν σκοτώσουν.
α΄μέρος - Συνεχίζεται...
πό τό βιβλίο: “Ο ΟΣΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ”
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ.

Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΠΡΟΣΕΥΧΟΤΑΝ ΜΟΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ


ΟΣΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΣΑΡΩΦ 1

Η πριγκίπισσα Ε.Σ. είχε ένα ανηψιό που υπόφερε από τέτοια αδυναμία, ώστε δεν μπορούσε να περπατήση μόνος του. Τον έφερε λοιπόν με φορείο στο Σάρωφ και τον οδήγησε στον όσιο Σεραφείμ.

Ο στάρετς εκείνη την ώρα στεκόταν στην πόρτα του κελλιού του, σαν να περίμενε τον άρρωστο. Αφού μπήκαν μέσα, του είπε: -Θα προσευχηθούμε και οι δύο, χαρά μου, κι εσύ κι εγώ. Πρόσεξε όμως! Θα μείνης ξαπλωμένος όπως είσαι και δεν θα γυρίσης από το άλλο πλευρό. Ο νέος έμεινε πολλή ώρα σ’ αυτή τη θέση, μέχρι που εξαντλήθηκε η υπομονή του και θέλησε από περιέργεια να δει τι κάνει ο όσιος. Γυρίζει λοιπόν και βλέπει τον άγιο να προσεύχεται μετέωρος, στον αέρα! ‘Ηταν τόσο ξαφνικό και ασυνήθιστο το θέαμα, που έβαλε τις φωνές. Ο στάρετς τελείωσε την προσευχή, πλησίασε τον άρρωστο και του είπε: -Τώρα λοιπόν θα πης σε όλους ότι ο Σεραφείμ είναι ένας άγιος και προσεύχεται στον αέρα… Πρόσεξε! Μέχρι να πεθάνω, μην πης σε κανένα αυτό που είδες, διαφορετικά θ’ αρρωστήσεις πάλι. Ο νέος σηκώθηκε από το κρεβάτι. Στηριζόταν βέβαια σε άλλους, αλλά βγήκε από το κελί περπατώντας. Στον ξενώνα τον πολιόρκησαν με ερωτήσεις: -Τι σου έκανε, τι σου είπε ο π. Σεραφείμ; Προς γενική όπως κατάπληξη δεν τους είπε ούτε λέξη. Στην Πετρούπολη έφθασε τελείως υγιής! Μετά από καιρό, αφού πληροφορήθηκε ότι ο όσιος εκοιμήθη, φανέρωσε την εναέρια προσευχή του αγίου.

Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ

Ο στάρετς Στέργιος για τους κεκοιμημένους



 
Παράλληλα, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, ο πατήρ Σέργιος ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα προκείμενου να βοηθήσει το ποίμνιο που ο Θεός του εμπιστεύθηκε. Διέσχιζε ασταμάτητα το Παρίσι και τα προάστια με σκοπό να επισκεφθεί αρρώστους και ηλικιωμένους, να βοηθήσει απόκληρους, να παρηγορήσει θλιμμένους, να προπέμψει ετοιμοθάνατους.
Ανταποκρινόταν πάντοτε σε εκείνους που, σε οποιαδήποτε περίσταση, επιζητούσαν την παρουσία του, ας συμβουλές του και την προσευχή του. Έκανε τα πάντα για όλους και ήταν εξ ολοκλήρου διαθέσιμος, αφιερώνοντας στους άλλους τον χρόνο του χωρίς ποτέ να τον υπολογίζει. Έμενε στο σπίτι του μόνο όταν έπρεπε να απαντήσει στα πολυάριθμα γράμματα που του έστελναν ή για να συνομιλήσει στο τηλέφωνο επί ώρες με όλους εκείνους που, απ' τη Γαλλία και το εξωτερικό, ζητούσαν τη βοήθεια του.
Αυτή την αγάπη προς τον πλησίον ο πατήρ Σέργιος την εκδήλωνε και προς εκείνους που είχαν εγκαταλείψει τον παρόντα κόσμο: η προσευχή για τους κεκοιμημένους κατείχε ιδιαίτερη θέση τόσο μέσα στη ζωή του ως μοναχος, όσο και στη δραστηριότητα του ως ιερωμένου. 0 μεγάλος αριθμός των κεκοιμημένων που ήθελε να μνημονεύει κατά τη Λειτουργία της Κυριακής, είχε ως αποτέλεσμα η Προσκομιδή να ξεκινά γύρω στις οκτώ και μισή, και η Λειτουργία μετά τις έντεκα. 
Επιπλέον, κατά τις ημέρες που η Εκκλησία ιδιαίτερα μνημονεύει τους κεκοιμημένους, οι ακολουθίες διαρκούσαν πάντοτε περισσότερο στον ναό της Vanves, καθώς ο πατήρ Σέργιος συνήθιζε να διαβάζει από διάφορα φύλλα χαρτιού -κιτρινισμένα τα περισσότερα από την πολυκαιρία, και σχεδόν κατεστραμμένα από την πολυχρησία -ολόκληρες λίστες με ονόματα όχι μόνο οικείων του ή προσφάτως τεθνεώτων, αλλά και όλων των αποθανόντων ενοριτών από την αρχή ακόμη της συστάσεως της ενορίας, καθώς και ανθρώπων που γνώριζε από αλλού και οι οποίοι είχαν αποβιώσει. Έτσι, χιλιάδες ήταν αυτοί που μνημόνευε ο πατήρ Σέργιος και για τους οποίους επικαλούνταν τη λυτρωτική Χάρη του ελεήμονος Θεού.
Πράγματι, για τον πατέρα Σέργιο οι νεκροί ήταν πάντοτε παρόντες, και δεν υπήρχε καμιά ασυνέχεια ανάμεσα στον κόσμο των ζώντων και τον κόσμο των κεκοιμημένων. Όλοι, ζώντες και τεθνεώτες, βρίσκονται ταυτόχρονα μέσα στην Εκκλησία, που υπερβαίνει τον χρόνο, γιατί αποτελούν ζωντανά μέλη του Σώματος Εκείνου που είναι η Αιώνια Ζωή. Όλοι τους αξίζουν την ίδια προσοχή και την ίδια αγάπη ...

Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο στάρετς Στέργιος» του Jean- Claude Larchet, Εκδόσεις Ακρίτας

Άγιος νέος ιερομάρτυς Πέτρος επίσκοπος Βορονέζ(+25 Ιανουαρίου 1929)


Ο αρχιεπίσκοπος Πέτρος του Βορονέζ γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1878.Ήταν ο μεγαλύτερος γιός του πρωθιερέως Κωνσταντίνου Ζβέρεβ(αργότερα πνευματικός της αγίας μαρτυρος και πριγκίπισσας Ελισαβέτ Φεοντόροβνα +18 Ιουλίου 1918).Στις 19 Ιανουαρίου 1900 εκάρη ιερομόναχος και το 1902 αποφοίτησε την Θεολογική Ακαδημία του Καζάν.Δίδαξε σε Θεολογικά σεμινάρια.Το 1910 έγινε αρχιμανδρίτης και ηγούμενος της Μονής της Μεταμορφώσεως στο Μπέλεβ-επαρχία Τούλας.Αναζωογόνησε την πνευματική ζωή της μονής και έμεινε σε αυτήν την θέση μέχρι το 1917.Κατά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο εμψύχωνε τους στρατιώτες στο μέτωπο.
Το Μπέλεβ δεν ήταν μάκρια από την Όπτινα και είχε επάφη με κάποιους από τους αγιασμένους στάρετς της Όπτινα.Ο Άγιος Ανατόλιος(Ποτάπωβ)έγραψε χαρακτηριστικά σε μια γυναίκα:«Με ρωτάς εαν μπορείς να εξομολογείσαι στον επίσκοπο Πέτρο.Ο Θεός να σε ευλογει.Είσαι τυχερή που ο Θεός σας έστειλε έναν τέτοιο επίσκοπο.
 Στις 21 Φεβρουαρίου/6 Μαρτίου 1918 έγινε ηγούμενος της Μονής Ζελτίκωβ στο Τβερ.Τότε βρέθηκε και το λείψανο του Αγίου Αρσενίου του Τβερ και ο επίσκοπος επιβεβαίωσε την αφθαρσία τους.
Στους ταραγμένους αυτούς καιρούς έγινε επίσκοπος κοντά στο Νίζνι Νόβγκοροντ στο Τβερ και το 1925 στο Βορονέζ.Όπου πήγαινε γινόνταν πολύ ενοχλητικός για τους λεγόμενους «ανανεωτές»(είχαν με την προτροπη των μπολσεβικων αποκοπεί από την επίσημη εκκλησία)Κάθε λίγο τον καλούσαν για ανάκριση.Ήταν πολύ φιλακόλουθος και πιστός τηρητής του τυπικού της εκκλησίας.Οι ακολουθίες κρατούσαν πολλές ώρες.Ήταν πολύ αγαπητός στους πιστούς και ιδιαίτερα από τα παιδιά.Είχε πνευματικές σχέσεις και με το Ντιβέεβο.Είχε γνωρίσει και την Αγία Παρασκευή(Πάσσα)την δια Χριστόν σαλή.Αυτή του είχε προφητέψει πως θα συλληφθεί τρεις φορές,όπως και έγινε.Τελικά πέθανε από τύφο στην Μονή του Σολοβέτς η οποία είχε μετατραπεί σε στρατόπεδο σηγκέντρωσης κυρίως για ιερείς και μοναχούς.Σύμφωνα με την μαρτυρία ενός πνευματικού του παιδιού λίγο πριν πεθάνει άκουσε μέσα στο κέλι έναν θόρυβο σαν πέταγμα πουλιών.Μετά εμφανίστηκαν μπροστά του οι Αγίες Βαρβάρα,Ανυσία και Ειρήνη.Λίγην ώρα πριν πεθάνει έγραφε πολλές φορές στον τοίχο:«Δεν θέλω να ζήσω άλλο.Ο Θεός με καλεί κοντά Του».Γράφοντας αυτές τις λέξεις εκοιμήθη στις 25 Ιανουαρίου/7 Φεβρουαρίου 1929.
Ο τάφος του Αγίου ιερομάρτυρος Πέτρου
Τα σώματα των αρρώστων τα πέταγαν σε έναν κοινό λάκκο.
Τρεις ιερείς πήραν την άδεια και τον έθαψαν χωριστά στο νησάκι Ανζέρ απέναντι απο τον ναό της Αναστάσεως.
Το λείψανο του Αγίου ιερομάρτυρος Πέτρου επισκόπου Βορονέζ

Την ώρα που τον κήδευαν ένα ουράνιο φως στάθηκε από πάνω του.Τον Ιούνιο του 1999 βρέθηκε το λείψανό του

Άγιος ιερομάρτυς Νίκων της Όπτινα (+25 Ιουνίου 1931)


Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Νίκων, κατὰ κόσμον Νικόλαος, ἐγεννήθηκε στὶς 26 Σεπτεμβρίου 1888 στὴ Μόσχα ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους, τὸν Μητροφάνη καὶ τὴ Βέρα Μπελϋάεφ. Ἡ οἰκογένεια, μετὰ τὴν εὐλογημένη ἐπίσκεψη στὴν οἰκία τους τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κροστάνδης, ἔφερε τὸν Νικόλαο στὴ Σκήτη τῆς Ὄπτινα. Ἐδῶ ὁ Νικόλαος, στὶς 24 Μαΐου 1915, ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Νίκων καὶ ἄρχισε τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν πνευματικὴ ἄνοδο. Ἡ χειροτονία του εἰς διάκονον ἔγινε στὶς 30 Ἀπριλίου 1916 καὶ ἡ εἰς πρεσβύτερον στὶς 3 Νοεμβρίου 1917.
Τὰ χρόνια ὅμως ἦταν δύσκολα. Τὸ νέο καθεστὼς προέβαινε σὲ συλλήψεις καὶ φυλακίσεις Χριστιανῶν. Ἔτσι ἡ πρώτη σύλληψη τοῦ Νίκωνος γίνεται τὸ 1919. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του, ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὴν Ὄπτινα. Ἀλλὰ οἱ ἀρχὲς ἔκλεισαν τὴ μονὴ καὶ τὸν ἀγροτικὸ συνεταιρισμὸ αὐτῆς καὶ τὴν μετέτρεψαν σὲ μουσεῖο.
Μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες ὁ Νίκων συλλαμβάνεται καὶ φυλακίζεται στὸ στρατόπεδο Κεμπερμπούνκτ. Ἐδῶ παρέδωσε, ἀσθενής, μετὰ ἀπὸ κακουχίες, τὸ πνεῦμά του στὸν Κύριό του, τὸ 1931, ἀφοῦ μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.

Ρώσοι ηρωικοί παπάδες δολοφονημένοι (νεομάρτυρες) το 1993


Ρώσοι ηρωικοί παπάδες δολοφονημένοι (νεομάρτυρες) το 1993


Χωρίς χριστιανούς που θυσιάζονται για το Χριστό (άρα και για τον πλησίον), Εκκλησία δεν υπάρχει - ή, πιο σωστά, η Εκκλησία είναι συμβιβασμένη. Σωστή Εκκλησία είναι πάντα η επικίνδυνη Εκκλησία, που συγκρούεται με το Κακό και, επειδή δεν τραβάει σπαθί, δίνει το αίμα της.
Σήμερα, στις αραβικές χώρες αναδεικνύονται πολλοί μάρτυρες και ομολογητές, που ανήκουν οι περισσότεροι σε προτεσταντικές Ομολογίες. Καταπιέζονται από τους μουσουλμάνους και κάποιοι βασανίζονται και θανατώνονται, μερικές φορές μάλιστα αυτή την τύχη την έχουν νεαρές κοπέλες, που βασανίζονται από την ίδια την οικογένειά τους! Εύχομαι ο Θεός να τους κατατάξει όλους με τους αγίους Του.
Στο post αυτό θα παρουσιάσουμε 4 Ορθόδοξους μάρτυρες, από εκείνους που έχουν μαρτυρήσει τα τελευταία χρόνια. Το παράδειγμά τους είναι πολύ χρήσιμο για μας, για να έχουμε θάρρος και να αγωνιζόμαστε προσευχόμενοι στο Χριστό, για χάρη του Χριστού και των αδελφών μας. Οι άγιοι ας μεσιτεύουν για μας.
Σ' αυτό το χώρο ανεβάζουμε κείμενα για σύγχρονους μάρτυρες.

Οι νεομάρτυρες της μονής Όπτινα (Πάσχα 1993)


"Θα ήθελα να πεθάνω το πάσχα, κάτω από τους ήχους της καμπάνας"
Νεομάρτυρας Βασίλειος της Όπτινα (από εδώ)


Στις 12 Νοεμβρίου 1987 η σοβιετική κυβέρνηση υπέγραψε την απόδοση του φημισμένου για τους αγίους στάρετς του, μοναστηριού της Όπτινα στην ρωσική εκκλησία. 
[Προσθήκη του blog μας: εξαιρετικά σημαντικό μοναστήρι της Ρωσίας, που ιδρύθηκε από πρώην ληστή, που μετανόησε. Το 19ο αιώνα ώς τις αρχές του 20ου -που το έκλεισε το αθεϊστικό καθεστώς της ΕΣΣΔ- στήριξε απίστευτα το ρωσικό λαό και έδωσε περίπου 15 μεγάλους διορατικούς και θαυματουργούς αγίους γέροντες, δηλ. (στα ρωσικά) "στάρετς". Ο τελευταίος χρονικά είναι ο άγ. Νεκτάριος της Όπτινα, για τον οποίο βλ. εδώ.  Στην Όπτινα μόνασε και ο άγιος Γέροντας Νικόλαος ο Τούρκος, πρώην μουσουλμάνος, για τον οποίο αξίζει να διαβάσεις, π.χ. εδώ].

Οι άγιοι της Όπτινα (χωρίς τους 3 νεομάρτυρες φυσικά), από εδώ, όπου και σχετικό post.

Σχεδόν πεντέμιση χρόνια μετά, το βράδυ του Πάσχα του 1993, ένας σατανιστής έσφαξε με δίκοπο μαχαίρι -επάνω στο οποίο ήταν χαραγμένο το «666» και η λέξη «σατανάς»- τον ιερομόναχο Βασίλειο Ροσλιακώφ και τους μοναχούς Θεράποντα Πουσκάρεφ και Τρόφιμο Ταταρίνωφ. Η σφαγή έγινε με «επαγγελματικό» τρόπο, ώστε τα θύματα να υποφέρουν,αιμορραγώντας επι πολύ πριν ξεψυχήσουν.
Νομίζω πως αξίζει να δείτε και ν' ακούσετε την παρουσίαση καθώς μεταφέρει όλη την κατανυκτική ατμόσφαιρα του μοναστηριού.
Το βίντεο περιλαμβάνει αποσπάσματα από το ντοκυμαντέρ «Ο Γολγοθάς τής Όπτινα», των Αλεξέι Ντενίσοφ και Μπόρις Κοστένκο, οι οποίοι ήσαν προσκυνητές στην Όπτινα την βραδυά της σφαγής. Έτσι το βίντεο περιέχει εικόνες που ελήφθησαν την ίδια μέρα των φόνων και μάλιστα φαίνεται και το μαχαίρι των που έχει χαραγμένο το 666 πάνω του.


Τραγούδι γραμμένο από τον ιερομόναχο Ραφαήλ (Αλεξέι Ρομανώφ) για τους νέους οσιομάρτυρες της αγιοτόκου μονής της Όπτινα, Βασίλειο, Τρόφιμο και Θεράποντα, που εσφάγησαν από έναν ταλαίπωρο σατανιστή στις 18 Απριλίου 1993, παραμονές του Πάσχα.

Ο π. Βασίλειος

Προσθήκη του blog μας: Οι τρεις μοναχοί, όπως αναφέρεται στα βιογραφικά τους, που παρουσιάζονται εδώ & εδώ, ήταν πραγματικοί αγωνιστές της ορθόδοξης αγιότητας. Αγνά παληκάρια, που πάλεψαν ενάντια στα πάθη τους, για να καθαρίσουν την καρδιά τους και να τη γεμίσουν αγάπη. Ο π. Βασίλειος (γεννημένος το 1960, δηλ. δολοφονήθηκε 33 ετών) ήταν εξαίρετος εξομολόγος και πνευματικός πατέρας, που είχε στηρίξει πολλούς ανθρώπους στις δυσκολίες της ζωής τους και στις ηθικές πτώσεις τους. 
Ο π. Θεράπων (μαρτύρησε 36 ετών) σπούδασε 5 χρόνια πολεμικές τέχνες της Ανατολής, τις οποίες όμως εγκατέλειψε διαπιστώνοντας ότι, για να εμβαθύνει, έπρεπε να ασχοληθεί με το μυστικισμό και τη λατρεία των ανατολικών θρησκειών. Στη συνέχεια όμως επιπόλαια ασχολήθηκε με τη μαγεία, με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή του! Επανήλθε στη ζωή μετά από όραμα αγγέλου και αυτό ήταν η αιτία που έγινε μοναχός - γνήσιος ορθόδοξος αγωνιστής.


Ο π. Θεράπων

Ο π. Τρόφιμος (39 ετών) ήταν τόσο καλός και γεμάτος αγάπη, που "κάθε άνθρωπος τον θεωρούσε ως τον καλύτερο φίλο του". Καθοδήγησε κι αυτός πολλούς ανθρώπους στην προσευχή και στον αγώνα ενάντια στα πάθη τους.
Μετά το μαρτύριό του, κάποιοι ντόποιοι αγρότες άρχισαν να παίρνουν χώμα από τον τάφο του και να ραντίζουν τα περιβόλια τους, πιστεύοντας ότι ο άγιος θα τους βοηθήσει να καταπολεμήσουν τα παράσιτα, όπως τους βοηθούσε συχνά σε δύσκολες εργασίες όταν ήταν στη ζωή. Έτσι ο π. Τρόφιμος έγινε, στη λαϊκή συνείδηση, ένας άγιος των γεωργών και αυτό έχει μεγάλη σημασία φυσικά, γιατί η αγιότητα αναγνωρίζεται πρώτα από το λαό και έπειτα από την "επίσημη" Εκκλησία.

Ο π. Τρόφιμος

Σημείωση του αρχικού blog: Ευχαριστώ την φίλη Άννα από τη Μόσχα για την βοήθεια.
Ο καλός Θεός ας δεχθεί ως θυσία ευπρόσδεκτη τα αίματα των νέων μοναχών, ας δίνει παρηγοριά στους οικείους των νεομαρτύρων, μετάνοια στον ταλαίπωρο φονιά και σε όλους μας με τις ευχές των αγίων.

Εικόνα των τριών Νεομαρτύρων, από εδώ.

Ο νεομάρτυρας π. Νέστωρ του Ζάρκι (31 Δεκ. 1993)


Είναι παρήγορο ότι στην εποχή μας υπάρχουν ακόμη άγιοι, για να μας εμπνέουν, να μας όδηγούν και να μας δίνουν την ελπίδα ότι κι εμείς μπορούμε στους δύσκολους χρόνους που ζούμε να γίνουμε άγιοι. Ένας από τους πολλούς νεομάρτυρες της σύγχρονης εποχής είναι και ο π. Νέστωρ πού γεννήθηκε το 1960, σε μία επαρχία της Κριμαίας, στη νότια Ρωσία.
Από πολύ μικρός ο Νέστωρ εξασκήθηκε στις πολεμικές τέχνες, στην πάλη και στην πυγμαχία και ξεχώριζε από τους συνομηλίκους του. Είχε όμως παράλληλα μέσα του και μία καλλιτεχνική φλέβα, την οποία εξάσκησε στη ζωγραφική, αλλά και στην αγιογραφία, όπου τον μύησαν μεγάλοι ζωγράφοι στην πόλη της Οντέσσα [Oδησσό], όπου πήγε στα 20 χρόνιά του για να εξασκήσει το ταλέντο του. Βρισκόμαστε στις αρχές του 1980 στην Κομμουνιστική Ρωσία με την χριστιανική πίστη πραγματικά ξεχασμένη από τον πόλεμο του καθεστώτος. Καθώς ο Νέστωρ αγιογραφούσε τις μεγάλες οσιακές μορφές της χιλιόχρονης ορθόδοξης ιστορίας, η ψυχή του εμπνεύσθηκε και ένας πόθος άναψε μέσα στην ψυχή του, να φύγει από την ματαιότητα του κόσμου και να ενωθεί με τον Θεό. Έφυγε λοιπόν για το μοναστήρι του Πότσαεβ, πού χρονολογείται από τον 13ο αιώνα, κι εκεί άρχισε να αγωνίζεται με όλη του την καρδιά σαν μοναχός.

 
Το καθεστώς των λιγοστών μοναστηριών που υπήρχαν τότε, το ρύθμιζε η Κυβέρνηση και οι μοναχοί έπρεπε να ήταν εγγεγραμμένοι στο κόμμα. Όταν έφθασε ο Νέστωρ, άρχισε παράλληλα και ο διωγμός του μοναστηρίου και από τους μοναχούς, άλλους τους εξόριζαν, άλλους τους έστελναν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως και άλλους «απλά εξαφανίζονταν». Ο Νέστωρ ήξερε ότι θα κατέληγε ή στην φυλακή ή στο θάνατο. Αλλά συνέχισε τον αγώνα του, γιατί είχε γενναία ψυχή και δυνατό χαρακτήρα. Γρήγορα τον χειροτόνησαν ιερομόναχο, σε σχετικά μικρή ηλικία.
Ο γέροντάς του, π. Ιωάννης Κριστιάνκιν, τον συμβούλεψε να φύγει για το απόμερο χωριό Ζάρκι. Όταν έφθασε λοιπόν στον προορισμό του, διαπίστωσε ότι το χωριό βρισκόταν περικυκλωμένο από τεράστιες εκτάσεις ερημικές πού σχεδόν όλο το χειμώνα ήταν πλημμυρισμένες και μόνον το καλοκαίρι είχε πρόσβαση να φτάσεις εκεί. Εγκαταστάθηκε αμέσως στην παλιά εκκλησία του χωριού πού πλέον θα υπηρετούσε, πού είχε πολλές αρχαίες εικόνες. Ο π. Νέστωρ δεν ξέχασε ποτέ ότι χάρις σ’ αυτές τις εικόνες ήταν πού εμπνεύστηκε και αγάπησε τον Θεό. Από τότε πού είδε τις άγιες μορφές, ανδρών και γυναικών, η φλόγα για την άλλη ζωή κοντά στο Χριστό έκαιγαν την ψυχή του. Κοιτώντας το πρόσωπο του Χριστού στις άγιες εικόνες έβλεπε κι ένοιωθε την αιώνια ζωή μέσα του. Υπήρχε μία προφητεία δύο διά Χριστόν σαλών, πού είχαν μαρτυρήσει σε αυτήν την εκκλησία, πού έλεγε: «Ο ιερέας πού θα υπηρετήσει εδώ μέχρι το τέλος θα σωθεί». Είχαν προφητεύσει οι σαλοί πριν τους σκοτώσουν. Ο π. Νέστωρ αγνοούσε την προφητεία, αλλά ένοιωθε ιερό δέος μέσα στην ατμόσφαιρα της εκκλησίας αυτής, αγάπησε τον χώρο με όλη του την καρδιά και αποφάσισε να μείνει εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του.
Όπως ακριβώς μας προειδοποίησε ο Χριστός μας, ότι αφού Εκείνον έδιωξαν κι εμάς θα διώξουν, έτσι και ο π. Νέστωρ από την αρχή πού ανέλαβε τα νέα του καθήκοντα, αντιμετώπισε διώξεις, θλίψεις και κινδύνους. Κάποιοι ντόπιοι ταραχοποιοί, πού τον έβλεπαν ειρωνικά και καχύποπτα, τον ενοχλούσαν συνεχώς και τον απειλούσαν. Μια μέρα, καθώς μετέρεφε κάποια επίσημα έγγραφα, ενώ περίμενε στη στάση του λεωφορείου, τρεις μεθυσμένοι νεαροί τον πείραζαν λέγοντας του: «Δείξε μας τον σταυρό σου», τον περιέπεζαν και προσπαθούσαν να του αρπάξουν το σταυρό. Ο π. Νέστωρ, επειδή ήξερε από πολεμικές τέχνες, μπορούσε και απέφευγε τα κτυπήματα τους, αλλά κάποια στιγμή ο ένας από αυτούς κατάφερε και τον χτύπησε στο πρόσωπο. Όταν έφθασε η αστυνομία, ο Νέστωρ ζήτησε να μή συλλάβουν τους ταραχοποιούς. Ένα μήνα μετά, ο νεαρός πού τον είχε χτυπήσει, ήλθε και του ζήτησε συγγνώμη. Τον έλεγαν Αντρέα και του ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να μείνει μαζί του, ακολουθώντας την ασκητική του ζωή.
Με το νεανικό του ζήλο, ο π. Νέστωρ, έφερε και πάλι ζωή στο απόμερο χωριό του Ζάρκι. Βοηθούσε παράλληλα και τα γύρω χωριά, κηρύττοντας και υπενθυμίζοντας στους Ρώσους τις χριστιανικές τους ρίζες. Η βοήθειά του όμως απλωνόταν, όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους μή χριστιανούς. Περπατούσε περισσότερα από δώδεκα μίλια καθημερινά για να βλέπει τα πνευματικά του παιδιά στη γύρω περιοχή και κατά τη διάρκεια αυτής της ατελείωτης πεζοπορίας έκανε προσευχή και ένοιωθε το δέος της ενώσεώς του με τον Θεό, γινόμενος ένα μαζί Του. Έφθασε μέχρι την Γεωργία, ταξιδεύοντας και προσπαθώντας να κηρύξει και να διαδώσει το φως και την αλήθεια του Χριστού. Μάλιστα σ΄ αυτήν την εμπόλεμη χώρα ένοιωσε τη λαχτάρα μέσα του να μαρτυρήσει για τον Χριστό, μένοντας εκεί, αλλά ο πνευματικός του τον συμβούλεψε ότι έπρεπε να γυρίσει στα πνευματικά του παιδιά. Γιατί καμιά μάνα δεν θα εγκατέλειπε τα παιδιά της για να τρέξει να μεγαλώσει άλλα παιδιά. Επέστρεψε λοιπόν στη Ρωσία, αντιμέτωπος και πάλι με τις δυσκολίες, τους διωγμούς, τις ζήλειες, το μίσος και τις συμμορίες των ληστών, πού λεηλατούσαν και άρπαζαν τα κειμήλια των εκκλησιών.
Το 1993 έφθασε η είδηση ότι τρεις μοναχοί στο ξακουστό μοναστήρι της Όπτινα, στην Κεντρική Ρωσία, πού από το 14ο αιώνα ήταν το πνευματικό κέντρο της Ρωσίας, δολοφονήθηκαν άγρια, με αμέτρητες μαχαιριές, το βράδυ της Αναστάσεως. Η νεκροψία έδειξε ότι η δολοφονία ήταν μέρος ενός τελετουργικού τυπικού και το ματωμένο μαχαίρι πού βρέθηκε είχε χαραγμένο το 666. Όπως ομολόγησε ένας από τους δράστες πού συνελήφθη αργότερα, επίτηδες σκότωσαν τους μοναχούς στα πλαίσια μιας σατανικής λατρείας.
Ο π. Νέστωρ συχνά μιλούσε γι’ αυτούς τους μάρτυρες και ποθούσε να τους ακολουθήσει, ποθούσε κι εκείνος το στεφάνι του μαρτυρίου. Όταν ένας φίλος του του είπε ότι είναι καλύτερα να υποφέρεις μακροχρόνια και να υπομένεις τις δοκιμασίες της ζωής, ο π. Νέστωρ του απάντησε ότι ο πόθος του για το στεφάνι του μαρτυρίου ξεκινά από τον πόθο του να ανταποδώσει στο Χριστό, έστω λίγο από όσα Εκείνος του χάρισε, δίνοντας του ζωή, άφού παλιά ζούσε απρόσεκτα και μόνον για τον εαυτό του. Η ψυχή του π. Νέστορα ήταν όλο φωτιά. Αυτήν την φωτιά της πίστης πού καίει για την άλλη ζωή. Δεν έβλεπε τον θάνατο σαν τέρμα, άλλά σαν άρχή και η πίστη του ήταν τόσο βαθειά, ώστε προσευχόταν να υποφέρει, να πεθάνει, όχι σαν αποφυγή της ζωής, άλλά για να σταυρωθεί κι εκείνος για τον Χριστό.


Την επόμενη φορά που οι ληστές εισέβαλαν πάλι στην Εκκλησία του, αποφάσισε ότι έπρεπε να κάνει κάτι πιο δραστικό. Ακολούθησε μέσα στο χιόνι τις ροδιές από το αυτοκίνητο, μέχρι τα βάθη της ερημιάς. Ένας άνθρωπος ξεπήδησε τότε από το αυτοκίνητο και άρχισε να τον κτυπάει. Και πάλι όμως, χάρις στις γνώσεις του στις πολεμικές τέχνες, κατάφερε να τον αποφύγει και να κρατήσει το νούμερο του αυτοκινήτου. Έτσι η αστυνομία βρήκε τους ληστές και οι εικόνες επεστράφησαν στη θέση τους. Η μαφία όμως πού συντηρούσε αυτές τις συμμορίες ήταν πολύ δυσαρεστημένη και βασικά συνέχιζε τις λεηλασίες και τις κλοπές. Άρχισαν παράλληλα και απόπειρες δολοφονίας του π. Νέστορα, ο όποιος κάθε βράδυ φύλαγε σκοπιά στην εκκλησία για να μην κλαπούν οι πολύτιμες εικόνες.
Ένα βράδυ κουκουλοφόροι, με πυροβόλα, του επιτέθηκαν μέσα στην εκκλησία, αλλά εκείνος γλύτωσε φεύγοντας από το παράθυρο στο σημείο ακριβώς πού λίγο αργότερα έμελλε να μαρτυρήσει. Ο π. Νέστωρ καταλάβαινε ότι κάθε μέρα μπορεί να ήταν και η τελευταία του. Με περισσότερο ζήλο έδινε στον καθένα από τους ενορίτες του την ίδια του την ψυχή κι εκείνοι έτρεχαν κοντά του, βρίσκοντας παρηγοριά. Κάποιες φορές απομονωνόταν για δύο με τρεις μέρες, θέλοντας να νηστέψει και να προσευχηθεί, παίρνοντας έτσι δύναμη για να συνεχίσει.
Όλη αυτή η άσκηση, ο ζήλος και η αγάπη του στον Θεό και στον άνθρωπο του χάρισαν μια απλότητα πού προερχόταν από την εμπιστοσύνη του στο Θεό. Δεν φοβόταν τίποτα. Ήταν σπάνιος άνθρωπος, ο όποιος έδωσε ολοκληρωτικά τον εαυτό του στο θέλημα του Θεού. Είχε σπάσει «τον τοίχο» πού απομονώνει τον άνθρωπο από τον Θεό κι έτσι ο Θεός έγινε μια ζωτική δύναμη μέσα του. Όπως δηλώνει ένας από τους φίλους του, συχνά ο π. Νέστωρ επαναλάμβανε «νά υποφέρεις για τον Χριστό, αυτή είναι η μεγάλη χαρά». Μιλούσε για τον αόρατο πνευματικό πόλεμο πού ενεργείται στις ημέρες μας και δήλωνε έτσι έτοιμος για το θάνατο. Ήταν 31 Δεκεμβρίου του 1993 όταν ο ιερομόναχος π. Νέστωρ βρέθηκε νεκρός έξω από το παράθυρο του σπιτιού του με το λαιμό κομμένο και με πλήθος μαχαιριές. Η δολοφονία του δεν ήταν απλά εκδίκηση, αλλά μία στρατηγική κίνηση για τον πνευματικό πόλεμο πού διεξάγεται σε ολόκληρο τον κόσμο.
Όσο οι δυνάμεις του σκότους αυξάνουν, τόσο το Φως γίνεται πιο ορατό. Η ζωή του ιερομόναχου π. Νέστορα δεν δηλώνει ήττα, άλλά θρίαμβο στη δικαιοσύνη του Θεού. Το μαρτύριο για την αλήθεια είναι το μεγαλύτερο υψος πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος. Ο ιερομόναχος π. Νέστωρ μεταβέβηκε από τον θάνατο στη ζωή σε ηλικία μόλις 33 ετών, την ϊδια ηλικία πού είχε και ο Χριστός μας όταν σταυρώθηκε…

Το απολυτίκιον του Αγίου

«Της Ρωσίας το φέγγος και Κριμαίας το βλάστημα, Ιερομαρτύρων την δόξαν, πάτερ Νέστωρ τιμήσωμεν σφαγείς γάρ τω ναώ για τον Χριστόν, άρτίως καταυγάζεις εν Ζάρκι το χωρίον και συνάγεις ορθοδόξους απανταχόθεν ανακράζοντας. Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ· δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω σε προστάτην θαυμαστόν τοις έθνεσιν δείξαντι».

(Από το περιοδικό «Μοναχική Έκφραση», Μάρτιος-Απρίλιος 2006)

Πηγή: Τετραμηνιαίο Τεύχος Ορθοδόξου Πνευματικής Οικοδομής «Όσιος φιλόθεος της Πάρου, ο ασκητής και ιεραπόστολος», Τεύχος 24, Θεσσαλονίκη Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 2008.